Η απολογία μου, Μέρος 5ο

0281-plato-republic-1763-spine-1

Προχώρησα μαζί με την κοπέλα, την οποία θεωρούσα πλέον παρόμοια ηλικία με εμένα, στο διπλανό γραφείο για να δώσω τα στοιχεία μου. Καθώς εκείνη έγραφε με ένταση πάνω στην κάρτα, το βλέμμα μου που πέρασε φευγαλέα από το άνοιγμα που είχαν τα κουμπιά στο λευκό πουκάμισό της. Διέκρινα την άκρη ενός ροζ σουτιέν. Σκέφτηκα τότε ότι ακόμη και οι πιο αδάμαστες αμαζόνες κρύβουν μέσα τους μια μικρή πριγκίπισσα. Όπως αποδείχθηκε, το poker face μου δεν ήταν τόσο καλοδουλεμένο και με ρώτησε ευθέως “Προς τι το περίεργο χαμόγελο;”. Μετά μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα αμηχανίας απάντησα διστακτικά “Ήταν μια περίεργη μέρα… Πήρα το λεωφορείο για να αποφύγω τη βροχή με το ποδήλατο… Παρόλα αυτά δε γλίτωσα το βρέξιμο γιατί καθώς περπατούσαμε με τον κ. Ελευθερίου…” Κοιτώντας τότε προς το μέρος του, είχε εξαφανιστεί!

Μπερδεμένος περισσότερο από το νέο αναπάντεχο γεγονός σταμάτησα να μιλάω. “Και ύστερα;” επέμεινε προσπαθώντας να δείχνει όσο το δυνατόν πιο αδιάφορη. “Και ύστερα περάσαμε από τη βιβλιοθήκη για το βιβλίο του, την Πολιτεία δηλαδή, που θα δανειστώ εντός ολίγου”. “Δεν εκπλήσσομαι ότι δεν ήταν δική σου η αρχική ιδέα” παρέθεσε φλεγματικά. Ανεξάρτητα του απροκάλυπτου σαρκασμού και την αλλαγή στον ενικό, θεωρούσα αδύνατο με προσβάλλει. Απ’ εναντίας μου άρεσε μάλλον αυτή η τεχνητή αντιπαλότητα. Δεν αντιστάθηκα στη συνέχεια να προφέρω “Δεν είναι σημαντικό αν ήταν η ιδέα ήταν δική μου, δική σου ή δική του, σημασία έχει να μπορείς να ακολουθήσεις μία καλή ιδέα”. Είναι αβέβαιο αν ήταν αποτελεσματική η απάντησή μου κρίνοντας από τον τρόπο που με κοίταξε, σίγουρα δεν πέρασε πλήρως απαρατήρητη. Καθώς μου έδινε πίσω το βιβλίο, το οποίο είχε μείνει ξεχασμένο στον προηγούμενο πάγκο, θα έλεγε κανείς ότι είχε αμβλυνθεί μερικώς η ένταση της ημέρας. “Θα τα πούμε σύντομα” χαιρέτησα. “Όχι και πολύ σύντομα, είναι κάπως μεγάλο βιβλίο για σένα”. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ξέρω να αξιολογώ σωστά την ένταση της ημέρας.

Κρατώντας το περίφημο βιβλίο στο χέρι μου αποχώρησα χαμογελώντας από το κτίριο. Περπάτησα σκεπτόμενος όλα όσα συνέβησαν, το λεωφορείο, το γέρο κ. Ελευθερίου, το κονβόι που μας λέρωσε, την κοπέλα της βιβλιοθήκης. Οι άνθρωποι γύρω μου μπαινοβγαίναν από τα καταστήματα απορροφημένοι στη δουλειά τους. Τα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να κινούνται αργά λόγω του κυκλοφορικού. Ο ουρανός παρέμενε μουντός και συννεφιασμένος, εκτός από μερικά σημεία πέρα στον ορίζοντα της θάλασσας που προέβαλλαν κάποιες αχτίδες. Πώς θα ξαναέβρισκα τον ιδιόρρυθμο γέρο, αναρωτιόμουν. Μη έχοντας πηγή έμπνευση άνοιξα μηχανικά το βιβλίο. Στη σελίδα που έτυχε υπήρχε ένας κόκκινος σελιδοδείκτης, ο οποίος βρισκοταν σε προφανή αντίθεση με τον πεπαλαιωμένο χαρακτήρα της βιβλιοδεσίας. Με καλλιγραφικά γράμματα ήταν αποτυπωμένη η φράση πάνω του:

                                          Συνάντηση εκεί όπου τα φαινόμενα δεν απατούν

                                                                                      Ε

Α.Δ.

About Apolytos Diallaktikos

Logical stories of everyday madness
This entry was posted in Ελληνικά, Η Απολογία μου, Original, Thoughts. Bookmark the permalink.

6 Responses to Η απολογία μου, Μέρος 5ο

  1. Pingback: Η απολογία μου, Μέρος 9ο | Απολύτως Διαλλακτικός

  2. Pingback: Η απολογία μου, Μέρος 6ο, 7ο και 8ο | Απολύτως Διαλλακτικός

  3. Pingback: Η απολογία μου, Μέρος 6ο, 7ο και 8ο | Απολύτως Διαλλακτικός

  4. Pingback: Η απολογία μου, Μέρος 6ο,7ο και 8ο | Απολύτως Διαλλακτικός

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s