Στη Χώρα του Περίπου, ένα ελαφρύ χρονικό εύγλωττου κυνισμού του Τάκη Θεοδωρόπουλου

IMG_20180210_155505974

Ας κάνουμε ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη βαριά φιλοσοφία. Το βιβλιαράκι “Η Χώρα του Περίπου” έφτασε στα χέρια μου εντελώς τυχαία πριν ένα χρόνο, όπως τυχαία άρχισα να το διαβάζω προχτές καθώς τακτοποιούσα τη βιβλιοθήκη μου και το βλέμμα μου έπεσε στην πρόταση, “συμπέρασμα: όχι μόνο δεν είμαι υπερήφανος που έχω ελληνικό διαβατήριο, αλλά θα προτιμούσα να έχω γαλλικό που δεν φρόντισα να πάρω, ή αμερικάνικο”. Είχα εγγενή περιέργεια για το πως κατέληξε ο συγγραφέας και τακτικός αρθρογράφος της Καθημερινής, Τάκης, σε αυτό το συμπέρασμα.

Το χρονικό περιστρέφεται κυρίως γύρω από τα γεγονότα της Ελλάδας της κρίσης έχοντας βέβαια ως εφαλτήριο την αδιαπραγμάτευτη άξια των απανταχού Ελλήνων ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από τους ίδιους προ αμνημονεύτων χρόνων μέχρι σήμερα. Ο αστικός Τάκης μας εξηγεί επίσης τα τρία στάδια που κατέληξε η Αθήνα να έχει απρόσιτο κέντρο – η μεταφορά πληθυσμού στα προάστια λόγω νέφους το ’80, οι Ολυμπιακοί αγώνες και οι βίαιες διαδηλώσεις του 2008. Έπειτα θίγει φλέγοντα θέματα όπως το προσφυγικό, ο ελιτισμός και η αναξιοπάθεια. Στο τελευταίο κομμάτι μάλιστα ανήκει η εριστική πρόταση που προανέφερα. Για τον πατριώτη Τάκη λοιπόν η ελληνική ταυτότητα τεκμηριώνεται μέσω ακριβώς αυτής της έριδας, “είμαι Έλληνας γιατί καβγαδίζω στα ελληνικά”. Το γλωσσικό ζήτημα εγείρεται τέλος αυθόρμητα πάνω στο οποίο ο αυτοαποκαλούμενος συντηρητικός-γιατί-όχι Τάκης παρουσιάζει μια εμπεριστατωμένη θέση από την πολιτική επικαιρότητα.

Δεν έχω παράπονο, ήταν ευχάριστη η ανάγνωση του κειμένου μολονότι δε μπορώ παρά να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα σημεία προς αποφυγή παρεξηγήσεων:

  • Η εμμονή με το πρόσωπο του Βαρουφάκη η οποία εστιάζεται στην εικόνα και όχι στις προτάσεις αξίζει όσο η κριτική μεσημεριανού κουτσομπολιού για τα ενδύματα μοντέλων της show-biz σε πασαρέλα κόκκινου χαλιού. Ο Τάκης ο δίκαιος παρόλα αυτά αναγνωρίζει “έχω και γω τον ναρκισσισμό μου”. Σε συγχωρούμε εσένα Τάκη γιατί τα λες ωραία και λογοτεχνικά. Τον Βαρουφάκη τον έχω γνωρίσει προσωπικά στο Austin, ΤΧ και ως αυτόπτης μάρτυρας δε διέγνωσα αυταρέσκεια, το αντίθετο ομολογώ, ιδεολογική μετριοφροσύνη.
  • Η ασυνέπεια που έγκειται στο μεταναστευτικό. Οι διάφοροι καημένοι που έρχονται στην Ελλάδα κρίνονται τώρα κατάπτυστοι, από την άλλη πλευρά όταν οι παππούδες του Τάκη μετανάστευαν μαζί με τα υπόλοιπα κύματα της ελληνικής μετανάστευσης ήταν όλα πλήρως δικαιολογημένα. Εξίσου αποδεκτό είναι και το σύγχρονο brain drain που υφίσταται η χώρα εφόσον κάποτε σύντομα θα επιστρέψει κατά το πρότυπο πάλι του ξενιτεμένου Τάκη που έφυγε στο Παρίσι για εννιά συναπτά έτη και ύστερα γύρισε ανανεωμένος. Όταν οι πράξεις συνηγορούν πρώτες υπέρ της ιδεολογίας και όχι το αντίστροφο, αυτό ονομάζεται δικαιολογία Μonsieur Takis. Χάριν πληρότητας το αντίστροφο αποτελεί την ελάχιστη ένδειξη συνέπειας χώρις σαφώς να τεκμηριώνεται αυτόματα ο σκοπός.
  • Περί ελιτισμού και πιο συγκεκριμένα στο απόφευγμα “η ήττα των ελίτ όμως είναι και ήττα της δημοκρατίας”. Την πρόταση αυτή υποστηρίζει ο στοχαστής Τάκης με το σκεπτικό, τι θα ήταν η αρχαία Αθήνα και ο χρυσός αιώνας αν δεν υπήρχαν οι εξέχουσες προσωπικότητες; Για άλλη μια φορά εισερχόμαστε στο φαύλο κύκλο, οι εξέχοντες δίνουν ζωτική πνοή στο πολίτευμα ή ο απλός κόσμος δημιουργεί τις προϋποθέσεις για υπάρξουν οι εκλεκτοί; Θεωρώ ότι όποιος δεν κατανοεί τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε στους δύο στυλώνες του πολιτεύματος, τον πολίτη και τον πολιτικό, δεν έχει κάνει τα homework του στην θεωρία της δημοκρατίας ή θα ήθελε να ανήκει σε μια πιο αναγνωρισμένη ελίτ.
  • Για τα ζητήματα της γλώσσας για τα οποία μπορώ με τιμιότητα να αναγνωρίσω ότι ο Τάκης είναι σε αδρές γραμμές σωστός. Μια μικρή ασυνέπεια ωστόσο, είναι κάπως αντιφατικό να υπεραμύνεσαι του πολυτονικού συστήματος και το ίδιο το βιβλίο σου να είναι γραμμένο στο μονοτονικό. “One must preach by example” λέει ο φίλτατος Nietzsche εκτός από το “ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο”. Κανένα επιχείρημα επομένως τεχνικών ή άλλων δυσκολιών δε γίνεται αποδεκτό στο δικαστήριο κύριε Θεοδωρόπουλε.
  • Στο περίπου. Η προσφυγή στο σχετικισμό είναι αδιέξοδη. Σίγουρα δεν μπορούμε να ορίσουμε απόλυτα την έννοια της χώρας, της κάθε χώρας. Περίπου ευρωπαϊκή, με ποιό κριτήριο άραγε αποδίδεται το επίθετο σε μια -όποια- χώρα όταν καθεαυτή η ένωση  (Ε.Ε.) υπάρχει από το ’93, έστω οικονομικά από το ’53. Η ιστορία των επιμέρους μελών προσπερνά αιώνες την ευρωπαϊκή ιδιότητα που τα ίδια έχουν πρόσφατα επινοήσει. Περίπου πλούσια, το GDP της Ελλάδας βρίσκεται στο 25% του συνόλου, άρα περίπου αρκετά πλούσια. Περίπου σύγχρονη, ασαφής εδώ ο Τάκης. Τεχνολογικά, θεσμικά, πολιτισμικά, ανθρωπολογικά ή όλα τα παραπάνω; Θα συμφωνήσω, είμαστε πίσω ξεκάθαρα, καθόλου περίπου. Κάθε εξέλιξη δεν είναι βελτίωση αρκεί να θυμάται κανείς.
  • Στον επίλογο που ακούγεται σαν απολογία για μία μάλλον άστοχη τοποθέτηση του Λούθηρου της εκκλησίας της πολιτικής ορθότητας Τάκη. Απλά αδύναμο τέλος. Είχε πολλές ευκαιρίες να κλείσει αποφεύγοντας τις προσωπικές κόντρες των οποίων η ανάδειξη ως τελικό σχόλιο υποδηλώνει πιθανώς ένοχη συνείδηση.

Ας ολοκληρώσω χρυσώνοντας το χάπι με τρία αποσπάσματα που ο Τάκης ο κυνικός μα κατά βάθος πονετικός τα είπε (περίπου) καλά:

Γιατί η μνήμη δεν είναι καθαρή. Η μνήμη είναι εμπειρία. Κι όταν καθαρίζεις τη μνήμη από τους ρύπους της ανθρώπινης ζωής, της στερείς του χυμούς της εμπειρίας. Τη μετατρέπεις σε εγκεφαλικό κατασκεύασμα, της στερείς το δικαίωμα στη μεταμόρφωση, την απονευρώνεις, την αποκλείεις από τη σύγχρονη ζωή που συνεχίζει να μετασχηματίζεται γύρω της.

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό, άρα υπαρξιακό. Η ελληνική κοινωνία έχει αποσυντεθεί διότι είναι μια κοινωνία που δεν περιμένει τίποτε από τον εαυτό της. Είναι μια κοινωνία που δεν απαιτεί τίποτε από τον εαυτό της παρά μόνον την επιβίωση της. Και τις απαιτήσεις μόνο ο πολιτικός λόγος μπορεί να τις δημιουργήσει.

Κι όμως, τον αγαπάω αυτόν τον τόπο. Κι αν λέω ό,τι λέω, κι αν κατακρίνω, κι αν ειρωνεύομαι, κι αν σαρκάζω, είναι επειδή με ενδιαφέρει αυτός ο τόπος, Από αρχαιοτάτων χρόνων που λένε, δε μπορείς ούτε να σαρκάσεις, ούτε να ειρωνευτείς κάτι που σε αφήνει αδιάφορο. Επειδή όμως για μένα η γραφή είναι υπαρξιακό μέγεθος -δεν ξέρω να κάνω και τίποτε άλλο, εκτός από το γράψιμο και το διάβασμα-, το γεγονός ότι γράφω ελληνικά με συνδέει με τον τόπο των ελληνικών, την Ελλάδα.

With all due respect,

Α.Δ.

Advertisements
Posted in Books, Ελληνικά | Leave a comment

The Myth of Sisyphus, a lively introduction to the absurd (Part 1)

sisyphus-franz-von-stuck 

There is but one truly serious philosophical problem, and that is suicide. Judging whether life is or is not worth living amounts to answering the fundamental question of philosophy.

There is probably no better introductory sentence than the above. The Myth of Sisyphus, a philosophical essay by Albert Camus, is published in 1942 with the English translation arriving about a decade later.  I had tried to make this reading several times in past, the first being when I was still in high school. Yet I always failed for I was too young to understand at the beginning and too frightened to find out the answer later on, even when I had read a great deal of literature by the same author. Time has come though for a man to face his fear and read each page like drinking sip after sip a bitter cup of tea which appeared to slay his very soul at the outset but it only served to remove layer after layer the thin veils of truth with him admiring her naked beauty in the end.

There principally three schools of thought regarding the crucial question and as a result three definite actions that precede it. First, nihilism is adamant there no meaning, either intrinsic or extrinsic and this amount to declaring that life is not worth living. Quite accurately, as Nietzsche puts it, “one must preach by example”, an absolute pessimist by dire consequence of his belief once he proclaim himself as such,  should  thus opt for death. Camus notes “I haven’t seen however anyone dying for an ontological argument” or more satirically I would rephrase it “I have never talked to a true nihilist for he is a dead nihilist”. The most ridiculous case is probably set by Schopenhauer who advocated in favor of suicide until his late senior age. Joking aside, this ideology can be viewed an direct reaction towards the resolute certainty which the opposing side professes.

Second, the leap of faith, that belief which manifest itself in all forms and flavors in religion, spirituality, existentialism, asserts there is at least somewhere, somehow some meaning. It clearly depends how much or what kind of meaning one has in mind; there can an almighty God or a personal sense of purpose which transcends life. This world is not devoid of hope, therefore is worth living and this amounts to a concise summary of the aforementioned system. In the word of Camus “that nostalgia for unity, that appetite for the absolute illustrates the essential impulse of the human drama”. I cannot judge people who dedicate their lives on that urge although perhaps I have done it in the past. Nonetheless, this is why it is called a leap of faith or keenly “philosophical suicide”, because it eludes the problem in a convenient way by which the very negation of thought, in spite of being sometimes within human reason, becomes essentially a renewed eternal truth. “But seeking what is true is not seeking what is desirable” dear Kierkegaard, Shestov, Heidegger, Husserl, Sartre.

Here lies what is left other than plain and philosophical suicide: the notion of the absurd. In a rather lyrical definition, “absurd is that divorce between the mind that desires and the world that disappoints, the nostalgia for unity, this fragmented universe and the contradiction that binds them together”. In all honesty there is no way to know whether the world has a meaning outside the human condition; it would be impossible to comprehend it anyway and it would inevitably require a leap. How then can one live conscientiously in a world deprived of hope, “without appeal” and yet not suicide? Suicide is avoiding once again from the whole reality by terminating it physically.

Negating one of the terms of the opposition [i.e. suicide be it plain or philosophical] amounts to escaping it. To abolish conscious revolt is to elude the problem. The theme of permanent revolution is thus carried into individual experience. One of the only coherent philosophical positions is thus revolt. It is a constant confrontation between man and his own obscurity. It is an insistence upon an impossible transparency. It is that constant presence of man in his own eyes. That revolt is the certainty of a crushing fate, without the resignation that ought to accompany it.

Consciousness and revolt, these rejections are the contrary of renunciation, and constitute the first consequence of the absurd. Thereafter follows the notion of freedom. In order to understand if a man is free we need to know whether or not he has a master. Apparently, the acceptance of a presence of God reduces the problem of freedom all over to the quest of meaning; the paradox of free will and the omnipotent God is well-known from antiquity (see Epicurus’ analysis) and all subtleties are unable to resolve it. The question might be cast as “what freedom can exist in the fullest sense without assurance of eternity?” Unexpectedly, a less restricted one.

To the extent to which one imagines a purpose to his life, he adapts himself to the demands of a purpose to be achieved and became the slave of his liberty.  To speak clearly, to the extent to which I arrange my life and prove thereby that I accept its having a meaning, I create for myself barriers between which I confine my life. I do like so many bureaucrats of the mind and heart who only fill me with disgust and whose only vice is to take man’s freedom seriously. The absurd enlightens me on this point: there is no future. Henceforth this is the reason for my freedom.

After this critical observation the notion of freedom acquires a definite time limit, “it does not write a check to eternity but it takes the place of its illusions which all stop with death”. Owing to those two principles, death and the absurd, one receives the only reasonable freedom:  without the promise of the eternal the absurd man is released from everything outside his universe. After his conscious revolt, his choice for a life with no consolation, he realizes he is free until the end of his time. This constitutes the second consequence of the absurd.

What about morality or emotions? Belief in the meaning of life always implies a set scale of values, choices and preferences. It assumes a predefined distinction of good and evil and merely calls for conformity. In the absurd reasoning no code of ethics and no effort are justifiable a priori. One could argue that we have just created the portrait of a sociopath, an amoral human being, who unchained from the necessities of social albeit indifferent norm is maybe entitled to kill. Does this remind us the Stranger? We have to wait to find out for Camus said in the preface “the Myth of Sisyphus marks the beginning of an idea which I was to pursue in The Rebel. It attempts to resolve the problem of suicide, as The Rebel attempts to resolve that of murder”, while the essay concludes:

All that remains is a fate whose outcome alone is fatal. Outside of that single fatality of death, everything, joy or happiness, is liberty. A world remains of which man is the sole master. What bound him was the illusion of another world. It frolics in myths, but myths with no other depth than that of human suffering and, like it, inexhaustible. Not the divine fable that amuses and blinds, but the terrestrial face, gesture, and drama in which are summed up a difficult wisdom and an ephemeral passion.

This is finally compared with the actual myth of Sisyphus (or of Danaides) . The gods had condemned Sisyphus to ceaselessly rolling a rock to the top of a mountain, whence the stone would fall back of its own weight. They had thought with some reason that there is no more dreadful punishment than futile and hopeless labor. One though does not discover the absurd without being tempted to write a manual of happiness. Both Dostoevsky with Kirilov and Sophocles with Oedipus in their tragic works assert that “all is well”. Likewise the absurd man personified in this last excerpt declares:

 At that subtle moment when man glances backward over his life, Sisyphus returning toward his rock, in that slight pivoting he contemplates that series of unrelated actions which becomes his fate, created by him, combined under his memory’s eye and soon sealed by his death. Thus, convinced of the wholly human origin of all that is human, he is still on the go. The rock is still rolling.
I leave Sisyphus at the foot of the mountain. One always finds one’s burden again. But Sisyphus teaches the higher fidelity that negates the gods and raises rocks. He too concludes that all is well. This universe henceforth without a master seems to him neither sterile nor futile. The struggle itself toward the heights is enough to fill a man’s heart. One must imagine Sisyphus happy.

The machine-shop worker keeps asking me if I am happy whenever we come across within the absurd walls of our routine, now I think I have an appropriate answer.

Α.Δ.

Posted in Books, English | 13 Comments

In response to a statement

IMG_20180106_171800689_HDR

“‘Ελληνας ούτε γεννιέσαι, ούτε πεθαίνεις, ούτε γίνεσαι, ούτε καταντάς.
Έλληνας μόνο αισθάνεσαι για μια στιγμή και ύστερα κλαις γελώντας.”

Α.Δ.

Posted in Ελληνικά, The rest | 3 Comments

Ο χλιμίτζουρας κι η ταχταπίδω

Γιατί να παίρνει κανείς ντοπαμίνη αν υπάρχουν τέτοιες λέξεις; Ακολουθούν δύο χαρακτήρες ευήθειας από το ιδιάζον φρασεολόγιο της γιαγιάς ώστε να εμπλουτίσετε το δικό σας με την καινούργια χρονιά.

Χλιμίτζουρας, ο: ο άνθρωπος, συνήθως ο άντρας, που ενδίδει στην προσωπική επίδειξη χωρίς ωστόσο αυτή να συνοδεύεται κάποιο πραγματικό αντίκρυσμα. Πχ, ‘ Χτες ο Μπάμπης στο χριστουγεννιάτικο τραπέζι μας ζάλισε για πόσο πετυχημένος επιχειρηματίας και πόσο μεγάλος οραματιστής είναι ενώ όλοι γνωρίζαμε ότι χρωστάει μέχρι και το βήχα του στην εφορία. Α τον χλιμίτζουρα! ‘ . Πιθανώς να αντλεί ερμηνευτική ρίζα από το χλιμιντρίζω και το τζουράς, μουσικό όργανο προκάτοχος του μπουζουκιού. Βλέπε και κάγκουρας.

Ταχταπίδω, η: ο άνθρωπος, συνήθως η γυναίκα, που ζει παρασιτικά στην αυλή εύπορων οικογενειών χωρίς να επιτελεί κάποιον ουσιαστικό ρόλο αλλά αρέσκεται να βαυκαλίζεται για τη σημαντικότητα του. Πχ ‘ Είδες τη Γκόλφω πως παινευόταν στο πρωτοχρονιάτικο τραπέζι για τα παιδιά της ενώ μόνιμα γυρνάει στα σπα και τα σαλέ χωρίς να έχει ασχοληθεί μαζί τους ούτε ένα απόγευμα; Τι περίμενες από την ταχταπίδω;!’. Η ερμηνευτική ρίζα μάλλον προέρχεται από το ταχταπιτίν που σημαίνει κοριός στα ποντιακά. Βλέπε και γλάστρα.

Γενικότερο σχόλιο: ο χλιμίτζουρας κι η ταχταπίδω δρώντας αλληλοτροφοδοτικά θα μπορούσαν εύκολα να αποτελέσουν το πιο βδελυρό ζευγάρι του χρόνου και του κάθε χρόνου.

Α.Δ.

Posted in Ελληνικά, The rest | 9 Comments

Disappointment Of The Year Awards: Star Wars, The Last Jedi

Adam-Driver-as-Kylo-Ren-in-Star-Wars-8-cropped

“Suck, you must not” – Yoda

“My disappointment cannot be overstated” – Snoke

“Thankfully, they killed me in the previous movie” – Han Solo

They did it, they murdered it, the whole movie! Star Wars was some kind of a ritual here in the US winter period I felt it not as much Christmas season but rather as Stars wars season. The previous two movies were quite decent, for the action-movie genre of course. It was not the deepest philosophy in the universe but you could enjoy the basic storyline. The current one is ridiculous. I don’t know were to start, so I’ll just make a random list:

  • Why were the hoods of the aircraft at the last battle scene wide open? You are going to battle, you are in a hostile planet, damn it details!
  • The point of diversity on an intergalactic civilization was ridiculous. Do we really need to bring racial issues on the spotlight?
  • Why did the revive Princess Leia in such an ad hoc way? Just give her some space already, she deserves it.
  • Luke was horrible both as an actor and a character. Totally unconvincing arguments over why he left, why he returned. Is this really the last Jedi? Good.
  • How could Ray, not requiring any training at all, do all this mumbo jumbo with the force? I know – she’s super ultra gifted.
  • What is this “connection” now between Ray and Kylo? That isn’t how the force works (best summary of the movie).
  • The motivational pieces of dialog throughout the movie were so cliche that Coehlo is filing a lawsuit.
  • The “humorous” part were also so out of place and unfit that even Family Guy appears witty.
  • How was the evilest creature of the First Order that easily betrayed and how did things go to normal that fast after the fall of their Supreme Leader?
  • I am seriously struggling to find one moment that I liked, if that was the Resistance we are doomed.

All in all, another film in the mall.

Α.Δ.

Posted in English, Pictures | 12 Comments

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙΙ

5G

Για την πόλη που αγάπησα και σύντομα θα επισκεφτώ πάλι απ’ την αρχή. Για την πόλη που αφιέρωσε δύο ποιήματα ο Καββαδίας, ο πολυταξιδεμένος ναυτικός ποιητής, και που σίγουρα δικαιούται ένα τρίτο. Έτσι, για να κλείσει η τριλογία της Θεσσαλονίκης λίγες μέρες πριν κλείσει ο χρόνος. Φωτογραφία του Γιάννη.

Στη Μισιρλού

Στ’ αμπάρι Γ’ φύλαξες τα βουτηχτά φιλιά της,
πριν στάξει ήλιου πορφυρό στο πορτ Θερμαϊκός.
Mα σκέπασε αργά βραδύ ρεστία τ’ αρχικά της,
δεσμώτης έγινες ευθύς αιθέριας γυναικός.

Το όνομά σου άλλαξες, εσύ ο ίδιος μένεις,
βασάνων πύργος αίματος κανλί κουλέ Τουρκιάς.
Μονάχος έφτασες στερνός και ύστερα κουτσαίνεις,
σε μια στιγμή μεθέξεως φαιδρής αποκοτιάς.

Σαν έβραζε στη χόβολη βουβός ζαχαροπλάστης,
φουσκάλα μέσα κλείστηκες Modiano αγορά.
Στη Σαλονίκη πάντοτε γεννιέσαι μετανάστης,
‘Να τα φοβάσαι – στέναξε – τα κάστρα του βορρά’.

Αριστοτέλη δάσκαλε του πνεύματος πλατεία,
δε μέτρησες, δε ζύγισες το σύγχρονο το πένθος.
Τα βήματά σου όριζε εωθινή ναυτία,
διχόνοια που ναυάγησες σχεδία σκάρτη κι έθνος.

Ακόμα ψάχνεις θησαυρούς, φλουριά Εβραίων ψάχνεις,
αχνό το δίκιο κρύφτηκε στων αχινών την ξέρα.
Την πόλη τούτη πούλησες, πορνεία κρύα φτιάχνεις,
Φιλίππου κόρη κι αδερφή μα τώρα πια εταίρα.

Εντός ρωμαϊκής στοάς ανήλιαστης συχνάζεις,
ρικνή αν μοίρα σ’ έκαψε, εγώ δε θα σε κρίνω.
Με λιττορίνες στο λαιμό γοργόνα να διατάζεις,
πως πάω δείξε μου – μην κλαις – Καμάρα Ναβαρίνο.

Α.Δ.

Posted in Ελληνικά, Ποιήματα | 2 Comments

Οι δύο Θεσσαλονίκες του Νίκου Καββαδία

IMG_20171122_243517294

Πρόσφατα έλαβα αυτό το δωράκι, τις τρεις ποιητικές συλλογές του Νίκου Καββαδία και το (απαραίτητο) ερμηνευτικό γλωσσάρι. Είναι αξιοσημείωτο παρόλο που ο Ποιητής ταξίδεψε πολύ, έχει αφιερώσει δύο ποιήματα στη Θεσσαλονίκη. Ακολουθούν λοιπόν – συγχωρείστε την έλλειψη πολυτονικού – μαζί με κάποιες σημειώσεις.

Από το Πούσι (1947)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ

Στο Γιώργο Κουμβακάλη

Ήτανε κείνη τη νυχτιά που φύσαγε ο Βαρδάρης,
το κύμα η πλώρη εκέρδιζεν οργιά με την οργιά.
Σ’ έστειλε ο πρώτος τα νερά να πας για να γραδάρεις,
μα εσύ θυμάσαι τη Σμαρώ και την Καλαμαριά.

Ξέχασες κείνο το σκοπό που λέγανε οι Χιλιάνοι
– Άγιε Νικόλα φύλαγε κι Αγιά Θαλασσινή. –
Τυφλό κορίτσι σ’ οδηγάει, παιδί του Modigliani,
που τ’ αγαπούσε ο δόκιμος κ’ οι δυο Μαρμαρινοί.

Νερό καλάρει το fore peak, νερό και τα πανιόλα,
μα εσένα μια παράξενη ζαλάδα σε κινεί.
Με στάμπα που δε φαίνεται σε κέντησε η Σπανιόλα
ή το κορίτσι που χορεύει απάνω στο σκοινί:

Απάνου στο γιατάκι σου φίδι νωθρό κοιμάται
και φέρνει βόλτες ψάχνοντας τα ρούχα σου η μαϊμού.
Εχτός από τη μάνα σου κανείς δε σε θυμάται
σε τούτο το τρομαχτικό ταξίδι του χαμού.

Ο ναύτης ρίχνει τα χαρτιά κι ο θερμαστής το ζάρι
κι αυτός που φταίει και δε νογάει, παραπατάει λοξά.
Θυμήσου κείνο το στενό κινέζικο παζάρι
και το κορίτσι που ‘κλαιγε πνιχτά μες στο ρικσά.

Κάτου από φώτα κόκκινα κοιμάται η Σαλονίκη.
Πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη μου ‘πες « σ’ αγαπώ ».
Αύριο, σαν τότε, και χωρίς χρυσάφι στο μανίκι,
μάταια θα ψάχνεις το στρατί που πάει για το Dépôt.

***

γραδάρω: μετρώ (eng. grade)
Χιλιάνοι: κάτοικοι της Χιλής
Άγια Θαλασσινή: Παναγία η Θαλασσινή
Modigliani: Ιταλός ζωγράφος
Μαρμαρινοί: κάτοικοι του Μαρμαρά
καλάρω: διαρρέω (it. calare)
fore peak: μπροστινό αμπάρι πλοίου
στάμπα: τατουάζ
πανιόλο: πάτος (sp. pañol)
γιατάκι: κρεβάτι (turk. yatak)
νογάω: καταλαβαίνω (αρχ. νοώ)
ρικσά: είδος δίκυκλου (jap. rikisha)
στρατί: δρόμος (eng. street)
Dépôt: περιοχή της Θεσσαλονίκης

Από το Τραβέρσο (1975)

ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ΙΙ

Στη Μυρτώ Κουμβακάλη

Τράνταζε σαν από σεισμό συθέμελα ο Χορτιάτης
κι ακόντιζε μηνύματα με κόκκινη βαφή.
Γραφή από τρεις και μου ‘γινες μοτάρι και καρφί.
Μα έριχνε η Τούμπα, σε διπλό κρεβάτι, τα χαρτιά της.

Τη μάκινα για τον καπνό και το τσιγαροχάρτι
την έχασες, την ξέχασες, τη χάρισες αλλού.
Ήτανε τότε που έσπασε το μεσιανό κατάρτι.
Τα ψέματα του βουτηχτή, του ναύτη, του λωλού.

Και τι δεν έχω υποσχεθεί και τι δεν έχω τάξει,
μα τα σαράντα κύματα μου φταίνε και ξεχνώ
-της Άγρας τα μακριά σαριά, του Σάντουν το μετάξι-
και τα θυμάμαι μόλις δω αναθρώσκοντα καπνό.

Το δαχτυλίδι που ‘φερνα μου το ‘κλεψε η Οράγια.
Τον παπαγάλο – μάδησε και έπαψε να μιλεί.
Ας εκατέβαινε έστω μια, στο βίρα, στα μουράγια,
κι ας κοίταζε την άγκυρα μονάχα, που καλεί.

Τίποτα στα χεράκια μου, μάνα μου, δε φτουράει
έρωτας, μαλαματικά, ξόμπλια και φυλαχτά.
Σιχαίνομαι το ναυτικό που εμάζεψε λεφτά.
Εμούτζωσε τη θάλασσα και τηνε κατουράει.

Της Σαλονίκης μοναχά της πρέπει το καράβι.
Να μην τολμήσεις να τη δεις ποτέ από τη στεριά.
Κι αν κάποια στην Καλαμαριά πουκάμισο μου ράβει,
Μπορεί να ‘ρθω απ’ τα πέλαγα με τη φυρονεριά.

4-1-1974

***

μοτάρι: ύφασμα που μπαίνει στην πληγή
μάκινα: μηχανή (it. macchina)
μεσιανό: μεσαίο
σαρί: μακρύ ινδικό ύφασμα (ind. sari)
Άγρα: πόλη στην Ινδία, Agra
Σάντουν: πόλη στην Κίνα, Shantou ή Swatow
αναθρώσκων: δυνατός
βίρα: ανέβασμα άγκυρας (it. virar)
μουράγιο: λιμάνι (it. muragia)
μαλαματικό: χρυσαφικό
ξόμπλι: στολίδι
φυρονεριά: άμπωτη

Α.Δ.

Posted in Books, Ελληνικά | 3 Comments