Paradigm shift: Planet Earth 2

maxresdefault

There has been quite some time since the last installment of BBC’s Planet Earth Series, more than 10 years. Along with “Life”, they probably constitute the best nature’s documentaries ever produced. They had set the bar so high that is now inevitable to follow another series without comparing and contrasting it to their standard. So the question naturally arises, what was more to offer in Planet Earth 2, what was still missing?

Before answering let me -again- express my love and admiration towards David Attenborough.  I see him like the grandpa I never had. He is 90 and still pursuing his passion, inspiring all of us to view the world through his own eyes. That is a goal to live by, that is something to look up to. His warm and soothing voice instilled with genuine curiosity and thrill about this world’s phenomena is making me feel this little planet is worth knowing and fighting for. David is though more than an exquisite narrator, he is a true explorer, a naturalist who has cut new ground in places like Madagascar and filmed for the first time events back in the 60’s. I ‘m referring of course to Zoo Quest, his first major broadcasting. A more modern 2011 revisit of the mini-series is found here, always about Madagascar. Below a picture of him in the closing scene delivering a powerful message to be discuss in the conclusion.

planet-earth

Regarding this series now we had to restrict ourselves for only 6 on-hour episodes instead of the usual 10, not counting the bonus compilation one “A World of Wonder”. The previous format was maintain as each episode illustrated the individual topic and in the end there was a dedicated section of how a particularity cumbersome part was caught on camera. As they put it, 117 filming trips. 40 countries. 3 years in the making, this is the list:

  1. Islands
  2. Mountains
  3. Jungles
  4. Deserts
  5. Grasslands
  6. Cities

Each an every one of them had splendid and absolutely memorable moments. I have a friend who is obsessed with sloths for example and the opening scene of of the documentary is -spoiler alert- a sloth swimming across the ocean. Was it secretly orchestrated? Is BBC taking requests from the audience? She told me that David’s favorite animal is also a sloth, that explain the coincidence! Simply adorable, see for yourself the reason.

5_things_to_expect_from_david_attenborough_s_planet_earth_ii

What I amazed me more is an incident in the “Islands” where the notion of unconditional love is portrayed in the animal kingdom. The case is regarding the bird species Albrtross in the island Snares, south of New Zealand near the Antarctica. These creatures have the instinct of locating their unique mate while they can wait a tremendous amount of time for their partner to return safely. Thus, the locals have coined the sense of loyalty and resolution to them, in a way that a person can be as faith as an Albatross. Just imagine that a bird can develop stronger emotional bonds than human for minute to fully comprehend the astonishing essence of it. I don’t want to spoil the suspense any further, that’s why I would highly encourage you to watch the trailer.

The paradigm shift although was not the 4K video nor the unique moments captured. What wrote Planet Earth 2 indelibly in my mind is David’s final plea in the “Cities”, an episode about life’s adaptation in the most recently existed habitat, the moving post-humanism idea that people and rest of the planet can coexist harmoniously in an viable equilibrium which is in great peril today. The exact quote goes as follows.

This is a new urban world that we have now designed and built with others in mind. Create the space, and the animals will come. Is this a vision of our cities of the future? It could be possible to see wildlife thriving within our cities across the planet. We, after all, are the architects of the urban world. Now, over half of us live in an urban environment. My home, too, is here in the city of London. Looking down on this great metropolis, the ingenuity with which we continue to reshape the surface of our planet is very striking, but it’s also sobering. It reminds me of just how easy it is for us to lose our connection with the natural world. Yet it’s on this connection that the future of both humanity and the natural world will depend. It’s surely our responsibility to do everything within our power to create a planet that provides a home not just for us, but for all life on Earth.

Α.Δ.

Posted in Documentaries, English, Review | 3 Comments

Η απολογία μου, Μέρος 9ο

b033c8374b20a665d66d0c7494b9eaa5

Κεφάλαιο 3ο

Βαθύς θυμός στων μαθητών τα δάκρυα
Την αδικία μη δυνάμενοι άλλο να αντέξουν
Εκδίκαση, εκδίκαση εκ νέου Ηλιαία
Μονάχα οι αποφάσεις της ποτέ τους δεν αλλάζουν

Δεν είχα γευτεί ούτε σταγόνα τσάι. Ο διάλογός με είχε απορροφήσει σε τέτοιο βαθμό που είχα απολέσει πλήρως την έννοια του χρόνου. Θα μπορούσα να πιστέψω οτιδήποτε ανάμεσα σε δεκαπέντε λεπτά και δεκαπέντε ώρες. Ποτέ δεν υπήρξα μέρος μιας τέτοιας συζήτησης. Όλες οι προηγούμενες συνδιαλέξεις μου φαίνονταν υπό το νέο πρίσμα ρηχές και ανούσιες, σαν ένας τρόπος να καλύψουμε τις μοναξιές μας συγκεντρώνοντάς τες ειρωνικά όλες μαζί. Ίσως έτσι γεννήθηκε η έκφραση μόνος μέσα στο πλήθος, μόνος σε μια παρέα, μόνος σε μια οικογένεια. Τώρα δεν αισθανόμουν μόνος. Σίγουρα ανέμενε ένας μεγάλος όγκος άγνωστων πληροφοριών προς διερεύνηση, όμως το γεγονός αυτό δεν επισκίαζε την επικοινωνία που είχα με το γέρο απέναντί μου, όποιο και αν ήταν το πραγματικό του όνομα. Πολλές φορές μπερδεύουμε τις αναγραφές της αστυνομικής ταυτότητας με την ταυτότητα του χαρακτήρα μας, σκέφτηκα στιγμιαία. Η γνωριμία μου με τον υποτιθέμενο κ. Ελευθερίου ξεκίνησε προσπερνώντας τις κοινωνικές συμβάσεις και ως εκ τούτου τοποθετήθηκε σε ένα πρωτόγνωρο επίπεδο. Ήμασταν δύο άτομα που κανένας μας δεν είχε επενδύσει στα παραδοσιακά ονόματα και στοιχεία, ωστόσο μιλούσαμε ως αν γνωρίζαμε πολύ περισσότερα.

“Η παράσταση είναι έτοιμη να αρχίσει, νεαρέ Αριστόδημε. Τελευταία ευκαιρία να δοκιμάσεις το τσάι σου” είπε ο κ. Ελευθερίου γυρνώντας την πολυθρόνα του και λαμβάνοντας μια πιο αναπαυτική στάση. Δε πρόλαβα να σηκώσω το φλιτζάνι και αμέσως έσβησαν εντελώς τα λιγοστά φώτα των πολυελαίων, ταυτόχρονα ακούγονταν βαριά βήματα μαζί με μεταλλικούς ήχους. Η πόρτα άνοιξε με ένα δυνατό χτύπημα και θαμπές φιγούρες ανθρώπων εισέρχονταν στο δωμάτιο, οι οποίοι είχαν βαλθεί να μετακινούν με θαρραλέες κινήσεις τα έπιπλα στον ακριανό χώρο. Εντός λίγων λεπτών επανήλθε απόλυτη ησυχία. Δεν είχα καμία λογική αντίδραση στη διάθεση μου, απλώς περίμενα αποσβολωμένος την εξέλιξη. Ένα φωτιστικό με τρεμάμενο φως τότε άναψε αποκαλύπτοντας το αποτέλεσμα της πρότερης αναταραχής. Είχε σχηματιστεί μια σειρά από στοιχισμένες κατά μήκος καρέκλες στις οποίες κάθονταν αλυσοδεμένοι έξι άνθρωποι. Όλοι ήταν στραμμένοι προς τον τοίχο ώστε εμείς διακρίναμε μόνο τις πλάτες τους. Άναμεσά μας υπήρχε μόνο το φωτιστικό τοποθετημένο σε ένα ψηλό τραπέζι πάνω στο οποίο βρίσκονταν επίσης έξι γυάλινα βάζα ακαθόριστης φόρμας. Οι σκιές που είχαν δημιουργηθεί ως συνέπεια στον τοίχο παραουσιάζονταν πράγματι εντυπωσιακές. Ιριδίζοντα χρώματα και σχήματα διακυμαίνονταν πάνω στη μουντή ταπετσαρία ενισχύοντας την ψευδαίσθηση του αληθινού μεγέθους και μορφής των βάζων.

Οι καθήμενοι στη συνέχεια μουρμούριζαν σιγανά πραγματοποιώντας μικρές κινήσεις με τους ώμους και το κεφάλι τους. Ο ήχος από τις αλυσίδες που φορούσαν με εμπόδιζε να καταλάβω τι ακριβώς ψιθύριζαν. Ο τονισμός παρέπεμπε σε Ελληνικά, παρόλα αυτά οι συγκεκριμένες λέξεις που χρησιμοποιούσαν μου διέφευγαν διαρκώς. Η επαναλαμβανόμενη έκφραση διαπίστωσα με αρκετή προσπάθεια ότι ήταν:

ἐν σκότει ἄρχουσι αἱ σκιαί

Α.Δ.

ΥΓ: Μέρος 6ο, 7ο και 8οΜέρος 5οΜέρος 4οΜέρος 3ο, Μέρος 2ο, Μέρος  1ο.

Posted in Ελληνικά, Original, Thoughts | Leave a comment

Louis CK at ACL live or why I love noir comedy

img_20170106_215313799

“Ladies and gentlemen, Louis CK!”. These are the words I have been waiting to listen for a very long, long time. It happened though last night. As the first of his ’17 shows, he was in Austin for a stand up like no other. I’ll only give one little spoiler, his exact opener line: “So… I was thinking about abortion…”. And he did give quite an interesting thought about it throughout the event. I now fully comprehend the reasoning behind why he’s considered probably the best performer and also my personal most favorite. It’s because he can bring all sorts of controversial issues to table and make the most out of it without being partisan or dogmatic, while still being incisive and astute. But there’s something more fundamental which constitutes his style top-notch. Hear me out.

Louis CK’s noir comedy implies that you are going to be exposed to scenarios that will put you way out of comfort zone. Examples of what you might encounter: your dad’s genitals, beheadings, the inevitable death of all love, your secret homosexuality, indifference towards killing pets, religion’s inconvenient status quo, the hidden hate for your children and tickling thoughts on suicide to name a few. The pressing question at this moment is “How is this even art? How is that experience of extreme negativity and edginess eventually helpful to me?”. Well, I claim it is, quite a lot to be honest.

To understand the crux of the matter, there needs to be made a clear distinction between the terms comedy and satire. It’s okay to use them interchangeably as long as that you understand the underlying difference. Comedy’s purpose is to make us laugh just for the sake of it, just because laughter is a pleasing emotion. Satire’s goal, on the other hand, is to make us think through laughter. It’s the mirror mechanism of drama (or tragedy, if the more pertinent word coming from the 3 types of ancient Greek theater is used), which triggers our mindset through sorrow. The end result is the same in both cases. Satire and tragedy push our boundaries of perception, challenge our morals, questions traditions, misconceptions and stereotypes, forces us to ponder upon life’s deepest quandaries. That is why Louis CK is not merely funny and his noir comedy is a full-blown satire in actuality. When exiting the venue, along with chuckles, you should have a feeling of existential crisis on the brink, otherwise your money was not well-spent.

If you ever read this Louis, I’m saying ευχαριστώ (ef-ha-ri-sto = thank you). Let’s teach people a better Greek word than malaka, shall we?

Α.Δ.

Posted in Comedy, English, Review | 2 Comments

Η απολογία μου, Μέρος 6ο, 7ο και 8ο

ddfd3fb02cc6f7a8cd619f125605aec8

Κεφάλαιο 2ο

Όμως εκείνος αγέρωχα κρατούσε το ποτήρι
Μήτε φίλος μήτε συγγενής μπορούσε να τον πείσει
Θλιμμένο πέταγμα πουλιών στη δύση
Αγάπα την Πόλη σου ακόμη κι αν αυτή θα σκοτώσει είπε

Δε μπορούσα να συγκεντρωθώ κατά τη διάρκεια της υπόλοιπης ημέρας.  Το διάβασμα στο πανεπιστήμιο γινόταν εντελώς μηχανικά, ο φίλοι μου με κορόιδευαν ότι είμαι “αλλού” μόλις τους προσπέρασα χωρίς να χαιρετήσω, η μάνα μου παραπονιόταν ότι είμαι μονίμως αφηρημένος αφού τη ρώτησα για τρίτη φορά τι φαγητό έχει φτιάξει. Δεν έπεφταν πολύ έξω. Το βράδυ, στο σπίτι που έμενα μόνος, το θέμα της αϋπνίας πάλι καλά κρατούσε. Αντί όμως να χαθώ ως συνήθως στις άσκοπες σκέψεις και ασχολίες μου -ναι, υπήρχαν περιοδικά ειδικού περιεχομένου και τότε- αποφάσισα να δοκιμάσω κάτι διαφορετικό. Αποφάσισα να ρίξω μια ματιά στο βιβλίο που δανείστηκα. Είπα ας διαβάζω μία μόνο σελίδα, αν δε μου αρέσει θα το κλείσω αμέσως. Ιδού ένα μικρό στοίχημα, για να δούμε ποιος θα κερδίσει.

Παραλείποντας τους προλόγους, τις εισαγωγές, τα ιστορικά σημειώματα, τις ευχαριστίες πήγα κατευθείαν στο κυρίως κείμενο. Δεν ήξερα τι να περιμένω από ένα βιβλίο τόσο παμπάλαιο. Σίγουρα δε περίμενα διαλόγους -μόνο διαλόγους. Με κέρδισε, μακάρι περισσότερα βιβλία να ήταν έτσι, σαν κόμικς χωρίς εικόνες. Είχε μια απροσδόκητη γοητεία η συνομιλία του Σωκράτη με τους λοιπούς πρωταγωνιστές. Έκανε πολλές ερωτήσεις και μεταφορές, παρομοιώσεις ο τύπος όμως. Αν το είχα μπροστά μου, θα τον βαρούσα. Το θέμα που πραγματευόταν με εξέπληξε: “Τι είναι δίκαιο;”. Αν κάποιος ρωτούσε δημόσια σήμερα αυτό και δεν τον θεωρήσουν τρελό, εμένα να μη με λένε Στάθη -δε με λένε Στάθη.  Με ενθουσίασε, πρέπει να ομολογήσω, η απλότητα της προσέγγισης. Μπορεί να ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου αλλά αισθανόμουν βουβός παρατηρητής παρόν στο τραπέζι εκείνου του διαλόγου. Δεν είναι καλά τα στοιχήματα σου διακηρύττουν ύστερα.

Ήταν πολύ αργά, παρόλα αυτά συνέχιζα να διαβάζω. Έφτασα ως περίπου τη σελίδα 100 και εκεί βρήκα ένα ακόμη στοιχείο, ένα πολύ λεπτό απόκομμα απόδειξης. Το όνομα αυτού,  καφέ “Φαινόμενο”.  Πολύ έξυπνο εκ μέρους του κ. Ελευθερίου. Ωραίο το λογοπαίγνιο του “Συνάντηση εκεί που τα φαινόμενα δεν απατούν”. Έλειπε η ώρα συνάντησης. Το άνω μικρό κομμάτι της απόδειξης που είχα διαθέσιμο φανέρωνε μόνο την αξιοσημείωτη διεύθυνση Πλατεία Πλάτωνος. Έψαξα τότε το υπόλοιπο βιβλίο σελίδα προς σελίδα χωρίς να βρω οτιδήποτε άλλο ή καμία σημείωση. Ας το εξετάσουμε ήρεμα σα ντετέκτιβ αναφώνησα. Υπάρχει μόνο ο ολοκόκκινος σελιδοδείκτης με το ρητό και το χαρτάκι με το μαγαζί. Ας το εξετάσουμε με λίγη φαντασία, πίσω από τις λέξεις, πίσω από τις λέξεις… ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ: πίσω από τις λέξεις! Το “Ε” δεν ήταν υπογραφή του όνοματος Ελευθερίου τάχα, ήταν ο αριθμός 5.

***

little-square

Αν με θεωρούσε αρκετά έξυπνο ο γέρος, θα έπρεπε να βρίσκεται εκεί το ακόλουθο απόγευμα, διότι ήταν ήδη πέντε και είκοσι τα ξημερώματα όταν κοίταξα για τελευταία αφορά την ώρα. Είχα αρκετή αγωνία και υπερκινητικότητα αλλά με πήρε τελικά ο ύπνος. Ευτυχώς, ήταν Κυριακή και δεν είχα ανοικτές υποχρεώσεις. Ήταν ολίγο αστείο σκέφτηκα μόλις ξύπνησα το μεσημέρι, άλλοι χτυπιούνται στην “Πολιτεία” το Σαββατόβραδο, ενώ εγώ κάθομαι και διαβάζω την Πολιτεία. Ο καθένας με τις επιλογές του, προσπαθούσα να δικαιολογήσω το συναίσθημα υπεροχής που με κατέβαλε. Ήταν αναπόδραστα βέβαιο, ότι σε μία από τις δύο πλευρές ήταν ο παράφρων και δυστυχώς οι στατιστικές δεν ήταν με το μέρος μου. Δεν με πείραζε ωστόσο, ήμουν απλά χαρούμενος που θα πήγαινα σε λίγη ώρα στο “Φαινόμενο”.

Πάρκαρα το ποδήλατο σε ένα στύλο έξω από αυτό που με επιείκεια έμοιαζε με μαγαζί. Το μόνο που έβλεπα ήταν μια πινακίδα με φθαρμένα γράμματα περασμένης δεκαετίας που ανέφεραν το όνομα “Φαινόμενο” και μια σκάλα που οδηγούσε στον πρώτο όροφο. Δεν βρισκόμουν στις λεγόμενες καλές γειτονίες με αποτέλεσμα να έχω την αρμόζουσα ανησυχία καθώς κλείδωνα το ποδήλατο. Η κυκλοφορία ήταν πολύ αραιή. Όλο το περιβάλλον προσομοίαζε εγκαταλελειμμένη από τον πολιτισμό πόλη. Δεν είχα περισσότερο καιρό να το επεξεργαστώ, ήθελα να είμαι συνεπής στο ραντεβού. Ανέβηκα διερευνητικά τις σκάλες μέχρι να συναντήσω μια ξύλινη, σκαλιστή πόρτα, η οποία άνοιξε απότομα μόλις πήγα να την ακουμπίσω.

“Καλωσορίσατε!”, φώναξε απρόσμενα ένας καλοντυμένος αρκετά ψηλόλιγνος άνθρωπος, γκριζομάλλης, γύρω 40 χρονών.”Ευχαριστώ” απάντησα ξαφνιασμένος περνώντας το κατώφλι. Η διακόσμηση του καφέ ήταν, προς μεγάλη εκπλήξή μου, προχωρημένου, ακριβού μπαρόκ. Βαριές κουρτίνες που άφηναν ελάχιστο φως να διέλθει. Χαμηλά φώτα πάνω σε υπερβολικά στολισμένους πολυελαίους. Όλοι οι τοίχοι ήταν καλυμμένοι με ταπετσαρία τριγωνικών καρέ σχεδίων, όσοι δηλαδή δεν είχαν κάποιο αναγεννησιακό πίνακα ή βιβλιοθήκη. Δεν καταλάμβανε μεγάλη έκταση το δωμάτιο, υπολόγισα περί των είκοσι τραπεζιών. Στο βάθος υπήρχε ο πάγκος του μπαρ αλλά δε βρίσκονταν κανένας εκεί. Παράταιρο και αταίριαστο σκηνικό για αυτή τη συνοικία, σκέφτηκα. Δεν υπήρχε παραδόξως κανείς πελάτης στο δωμάτιο εκτός από μια σκοτεινή φιγούρα που είχε την πλάτη προς το μέρος μου καθισμένη στο γωνιακό τραπέζι. Ήλπιζα ισχυρά πως είναι ο κ. Ελευθερίου. Πλησιάζοντας αργά, δε μπορούσα να διακρίνω χαρακτηριστικά. Σιγουρεύτηκα μόλις αναγνώρισα τη δερμάτινη τσάντα, την οποία ετοιμαζόμουν να σηκώσω για να πάρω τη θέση της, στη φαρδιά πολυθρόνα δίπλα του.

“Ενθαρρυντικό. Άρχισε το μυαλό σου να δουλεύει νεαρέ” ακούστηκε η γνώριμη φωνή του κ. Ελευθερίου ντυμένου στα μαύρα. Ήμουν σίγουρος ότι θα εξακολουθήσουν τα πειράγματα για αυτό είχα προετοιμαστεί ψυχολογικά. “Ένα ακόμη δεινό της ανεργίας των νέων της εποχής μας”, του αποκρίθηκα με τον ίδιο τόνο επιτυχίας που κατάφερα και τον βρήκα τόσο γρήγορα. Χαμογέλασε, καθώς είχα καθίσει απέναντί του. Ο γκριζομάλλης, κουστουμάτος κύριος φαίνεται με είχε ακολουθήσει και στεκόταν στο πλάι μας. “Τι θα θέλατε;” μας ρώτησε με τον ίδιο αγέρωχο τόνο.”Θα ήθελα ένα μαύρο τσάι ” είπε ο κ. Ελευθερίου. Καλή ιδέα θεώρησα, αφού είχα πιει καφέ ήδη ” Και εγώ θα ήθελα το ίδιο”, προσέθεσα. “Εξαιρετικά” μας ανακοίνωσε και κατευθύνθηκε πίσω προς την πόρτα. Είχε ιδιαίτερο περπάτημα, βεβιασμένο. Ωστόσο, έφτασε μόνο μέχρι την πόρτα και στάθηκε σαν άγαλμα. “Δε θα ετοιμάσει την παραγγελία μας;” ρώτησα απορημένος. “Α, δεν είναι σερβιτόρος, απλώς μας βοηθάει να εκφράσουμε τις επιθυμίες μας” είπε εύθυμα ο κ. Ελευθερίου και συνέχισε “Θα ήταν φυσικά δύσκολο για την περίπτωση του” κάνοντας μια χειρονομία με το χέρι του πέρα δώθε δείχνοντας τα μάτια.

Ήταν τυφλός! Μα πως δε το πρόσεξα; Ο κ. Ελευθερίου κουνώντας καταφατικά το κεφάλι του ακάθεκτος συνέχισε να μιλά”Εφόσον συνεννοηθήκαμε, πήγαινε στο πάγκο να μας φέρεις το τσάι. Έχει επιπλέον ωραίο κέικ για συνοδευτικό. Γλαύκωνα, θέλεις εσύ τίποτα; Οι άλλοι θα αργήσουν να έρθουν”. Ο καλοντυμένος , όχι σερβιτόρος, τυφλός άνδρας, ονόματι Γλαύκωνας,τότε είπε αδιάφορα “Ευχαριστώ κ. Ελευθερίου, είμαι απολύτως εντάξει”. Όσο προετοιμασμένος και να ήθελα να είμαι, ορισμένα πράγματα δε τα φανταζόμουν. Επέλεξα εντούτοις να συνεργαστώ. Πήγα πίσω από τον πάγκο, βρήκα όλα τα σύνεργα και έφερα δυο κούπες ζεστό νερό μαζί με φακελάκια μαύρο τσάι. “Μη ξεχνάς το κέικ, είναι πολύ νόστιμο” μου θύμισε ο κ. Ελευθερίου την ώρα που άφηνα τα ποτήρια στο τραπέζι. “Το κέικ; Μάλιστα κύριε” απάντησα αποδεχόμενος τις αναπάντεχες υποχρεώσεις μου. Αφού περάσαμε και αυτό το στάδιο τη δοκιμασίας ήταν η στιγμή πια να αρχίσει η πολυαναμενόμενη συζήτηση.

***

9051a7a2e9948915051ca36b4931982e

Μίλησα πρώτος και πηγαίναμε εναλλάξ:

-Ξεκίνησα το βιβλίο χτες το βράδυ. Μου φαινόταν αδιανόητο να μου αρέσει, είναι καλό εν τέλει.

-Είδες; Τα φαινόμενα δεν απατούν όπως σου υποσχέθηκα. Για να βρίσκεσαι εδώ εικάζω ότι τουλάχιστον διάβασες μέχρι τους τέσσερις ορισμούς της δικαιοσύνης. Με ποιόν ταυτίζεσαι περισσότερο;

-Για να θυμηθώ… Ο ένας ήταν η δικαιοσύνη ως συνέπεια στις συναλλαγές, ο δεύτερος μια έκδοση του “οφθαλμόν αντί οφθαλμού”, ο τρίτος το “δίκαιο του ισχυρότερου” και ο τέταρτος  μια παραλλαγή του “Άρχοντα των Δαχτυλιδιών”. Έχουν όλοι κάποιο δίκιο.

-Σωστά τους θυμάσαι. Σε ρώτησα όμως με ποιον συμφωνείς περισσότερο; Εκτός αν διαφωνείς με όλους και έχεις το δικό σου ορισμό.

-Δε διάβασα ακόμη την άποψη του Σωκράτη, επομένως, λογικά, κανένας από αυτούς δεν είναι τέλειος. Έχω, ωστόσο, έναν δικό μου ορισμό για τη δικαιοσύνη. Ισότητα. Ισότητα έναντι του νόμου.

-Λαμπρά. Συμφωνείς όμως ότι και ο δικός σου ορισμός θα πρέπει να περάσει κάτω από έλεγχο. Θα ήταν αντιφατικό άλλωστε το αντίθετο, δε θα είχε ίση μεταχείριση με τους άλλους ορισμούς.

-Συμφωνω απόλυτα, ας τον εξετάσουμε. Ρώτα με ό,τι θέλεις.

-Η σωκρατική μέθοδος εν δράσει λοιπόν. Θα σε ρωτήσω χωρίς πολλές φλυαρίες. Μπορεί να μην είναι πρόδηλο αλλά δεν είμαι θεωρητικός. Θα σου βάλω ένα τεστ για αποδείξεις στην πράξη τον ορισμό σου. Μπροστά μας έχουμε ένα κέικ. Είμαστε τρία άτομα που το διεκδικούμε, αν υποθέσουμε για χάρη του πειράματος ότι ο Γλαύκωνας θέλει κέικ. Πώς θα το μοιράσεις;

-Θα το μοίραζα σε τρία ίσα μέρη. Είμαστε τρεις, ο καθένας παίρνει από ένα.

-Δικαιοσύνη σημαίνει γενική ισότητα επομένως για σένα. Αν ήξερες μολαταύτα ότι ο Γλαύκωνας πεινούσε, είχε δύο μέρες να φάει, θα άλλαζε κάτι αυτό στον τρόπο που έκοβες το κέικ;

-Δε το γνώριζα αυτό. Τώρα αλλάζει η κατάσταση.

-Δε μας περιόρισε κανένας θαρρώ να το υποθέσουμε. Σημασία έχει ότι κάτι τέτοιο είναι πιθανό. Θα σου επισημάνω κάτι επιπροσθέτως δυνατό. Εγώ έφτιαξα το κέικ δουλεύοντας σκληρά και το έφερα ως εδώ. Εσύ από την άλλη, απλά το μετέφερες στο πιάτο και ο Γλαύκωνας δεν έχει συμμετάσχει καθόλου στην διαδικασία. Πώς θα μοίραζες το κέικ τώρα;

-Εντάξει, παραδέχομαι ότι δικαιοσύνη δε σημαίνει απαραίτητα ισότητα.

-Βρισκόμαι σε καλό δρόμο. Θέλεις να δοκιμάσεις κάποιον άλλο ορισμό;

-Μου φαίνεται εκλυστική προοπτική να μοιράσω το κέικ ανάλογα με τη πείνα μας. Η άλλη εκδοχή μοιάζει εύλογη αλλά θα την απορρίψω. Γιατί, ορθώς, ο άνθρωπος που δούλεψε πρέπει να αμειφθεί. Παράλληλα βέβαια, αυτό το σχήμα οδηγεί σε έναν αυτοτροφοδοτούμενο κύκλο εκπλήρωσης προσδοκιών. Αυτοί που έτυχε να έχουν πιο ευνοϊκές προδιαγραφές στο παρελθόν είναι σε πλεονεκτικότερη θέση να συνεχίσουν τις νίκες. Η επιτυχία οδηγεί σε περισσότερη επιτυχία και αντιστρόφως ανάλογα η αποτυχία σε περισσότερη αποτυχία και ούτω καθεξής.

-Δε θα έλεγες όμως ότι έχουν ευθύνη αυτοί που αποτυγχάνουν;

-Είναι ενδεχόμενο να έχουν ένα μερίδιο. Η καταβολή προσπάθειας είναι ικανή συνθήκη για την επιτυχία, καθότι υπάρχουν περιπτώσεις προσώπων χωρίς άνεσεις που τα πηγαίνουν θαυμάσια. Εναλλάσσοντας τους όρους, η έλλειψη προσπάθειας δεν είναι αναγκαία συνθήκη, καθώς η εύνοια προστατεύει συχνά τους κατέχοντες από την πτώση. Όταν η αφετηρία είναι άνιση, δεν μπορούμε να ξέρουμε με ασφάλεια ποιος είναι ο αληθινά πιο γρήγορος στον τερματισμό. Αυτό είχα στο νου μου όταν μίλησα για ισότητα.

-Θέλεις να επιτρέψεις στον αρχικό ορισμό σου; Ισχυρίζεσαι ότι πρέπει να μπει μία κοινή γραμμή αφετηρίας που θα αναιρέσει όλη την Ιστορία της Γης;

-Όχι, κάτι τέτοιο είναι ανέφικτο και, όπως συμφώνησα όχι δίκαιο, διότι η παρουσία προσπάθειας δεν είναι αναγκαία αλλά μόνο ικανή συνθήκη για την επιτυχία. Να συμπληρώσω επίσης για πληρότητα, ότι υπάρχουν άτομα που μπορεί να είχαν μεν την εύνοια, προόδευσαν δε, συνεχίζοντας επάξια το έργο που τους δόθηκε. Δε μου φαίνεται δίκαιο να επιβάλω έτσι την ισότητα σαν εξωτερικό περιορισμό σε όλους.

-Το πόρισμα σου είναι λοιπόν ότι σηκώνεις τα χέρια ψηλά σε ένα σύστημα με δεδομένες σχέσεις δικαιοσύνης, αδικίας ισχυριζόμενος ότι “Τι να κάνουμε, ό,τι κακό έγινε έγινε, περασμένα ξεχασμένα, κανείς δε γνωρίζει με σαφήνεια τα πεπραγμένα”; Το πρόβλημα, μη λησμονείς παραμένει, έχεις στο χέρι σου το μαχαίρι και πρέπει να μοιράσεις το κέικ.

-Δεν είπα αυτό. Είναι αναπόφευκτα δύσκολο να διορθώσει κανείς όλες τις αδικίες της Ιστορίας. Πρέπει όμως να παλέψει για αυτό.

-Να παλέψει πώς;

-Όπως ανέφερα στη δευτερολογία μου: Να λαμβάνεται υπ’ όψιν η ανάγκη του άλλου.

-Έξοχα. Μπορείς να διατυπώσεις καλύτερα το συμπέρασμά σου;

-Τι εννοείς; Ποιό συμπέρασμα;

-Ισχυρίζεσαι ότι θα μοίραζες το κέικ σύμφωνα με την ανάγκη ή την πείνα του καθενός. Σωστά; Σωστά. Πώς μπορείς όμως να αξιολογήσεις το αίσθημα της πείνας;

-Δε μπορώ να το προσδιορίσω απευθείας. Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις. Κάποιος μπορεί να είναι ασθενικά λεπτός. Κάποιος μπορεί να έχει κουραστεί υπέρ το δέον στην εργασία του. Κάποιος, όμως τώρα που το σκέφτομαι, μπορεί απλά να έχει βουλιμία ή να είναι αχόρταγος. Δε μου φαίνεται δίκαιο να συνεισφέρω στον τελευταίο…

-Οπότε, τι μπορούμε να συμπεραίνουμε;

-Ότι δεν υπάρχει δικαιοσύνη;

-Όχι προφανώς. Μπορούμε να συμπεράνουμε τη θεμελιώδη τραγωδία της δικαιοσύνης.

-Τραγωδία;

-Τραγωδία και ίσως η μεγαλύτερη της ανθρωπότητας. Η δικαιοσύνη είναι μία μέθοδος διαμοιρασμού μετρήσιμων μεγεθών, βλέπε κέικ, με βάση μη μετρήσιμες αρχές, βλέπε πείνα. Στην απεγνωσμένη προσπάθειά τους οι άνθρωποι να γεφυρώσουν το χάσμα, πλάθουν ατελή σταθμά για να προσεγγίσουν τις μη μετρήσιμες αρχές. Το γεγονός ότι αποτυγχάνουν δεν πρέπει να μας εντυπωσιάζει ολοκληρωτικά. Σαν πρώτη σκέψη, όλοι αυτό μάλλον θα πράτταμε. Δεν κρύβω εχέμυθα κάποιο αίτημα κατηγορίας προς τους συνανθρώπους μας. Καθόλου εύκολο δεν είναι να αποδεχτείς την απροσδιοριστία που εμπεριέχουν αυτές οι αρχές. Το αίσθημα της πείνας είναι διαφορετικό και πλήρως απροσδιόριστο για κάθε άνθρωπο. Το πολύ για ένα μωρό, είναι αναντίρρητα αλλιώτικο από το πολύ ενός πυγμάχου βαρέων βαρών. Αλλά τι μπορούμε να πούμε για το εγγενές αίσθημα της πείνας τους ως άτομα; Ακριβώς. Τίποτα.

-“Ελλοχεύει το χάος” όπως έλεγε ένας καθηγητής μου.

-Ποτέ δεν απομακρύνθηκε το χάος από την πορεία μας ως είδος.

-Άρα, τεκμηριώνεται η απαισιοδοξία μου!

-Η απαισιοδοξία σου δεν τεκμηριώνεται ποτέ, γιατί υπάρχει λύση. Και έχεις σοβαρή υποχρέωση να την ανακαλύψεις.

-Υπάρχει λύση; Δε νομίζω ότι υπάρχει διέξοδος στο αδιέξοδο όπως το παρουσιάσαμε. Δικαιοσύνη: τρόπος κατανομής μετρήσιμων αγαθών με βάση μη μετρήσιμες αρχές. Αδύνατον. Συνεπώς, τέλος της υπόθεσης.

-Μη βιάζεσαι, είναι νωρίς ακόμα. Τι ώρα είναι Γλαύκωνα; Α! Είναι πολύ νωρίς ακόμα.

-Εντάξει, ποιά είναι η λύση;

-Ας πιούμε λίγο τσάι, στέγνωσε ο λαιμός μου. Κόψε επιτέλους αυτό το κέικ!

-Θα το κόψω αν μου πεις ποια είναι η λύση.

-Μια παρατήρηση, νεαρέ. Δεν έχουμε συστηθεί επισήμως. Δεν πειράζει, σιχαίνομαι τις επισημότητες. Εγώ θα είμαι ο κ. Ελευθερίου για σένα και εσύ θα λέγεσαι από τώρα Αριστόδημος για τις ανάγκες της παράστασης. Θα τολμήσω να υποθέσω, Αριστόδημε, ότι σπουδάζεις Μηχανικός αλλά αγαπάς τα Μαθηματικά. Αν είμαι σωστός, τότε θα καταλάβεις το νόημα της εξής έκφρασης: Εκεί που δεν υπάρχουν λύσεις στο πραγματικό, υπάρχουν στο φανταστικό. Στην υγειά μας.

Α.Δ.

ΥΓ: Μέρος 5οΜέρος 4οΜέρος 3ο, Μέρος 2ο, Μέρος  1ο.

Posted in Ελληνικά, Original, Thoughts | 1 Comment

Why it took me so long to watch this? Interstellar edition

logo-reveal

Let’s face it. I have a beef with movies which mess with the concept of time. I am yuge fan of Nolan’s other works, you name it, Memento, Prestige, the Batman trilogy. However, I’ve been postponing his latest one, Interstellar (2014), until three days ago. What did change? I said “Fuck it, let’s watch something we might not agree with. Let’s show certain trust in the director’s choice of topic”. Did I like it in the end? Yes, but for somewhat unexpected reasons. Spoilers ahead just so you know.

For the technical part, there are people of much higher expertise than me who can commend on the scientific accuracy of the events portrayed. I will not bother with this at all, expect for one thing that gave me a chuckle at the early beginning, the binary code message. There are 10 kinds of people, the ones how know binary and the ones who don’ -love this joke. Seriously though, you can interpret a binary code with 4 combinations when it’s not explicitly written as a series of digits. You can switch the numbers, so a low pitch/ valley corresponds to either 1 or 0 and you can change the order of reading from left to right to right to left. Is it nitpicking? Yes, but it’s fun to point out, given this sort of message, there’s no unique way of reading it.

Regarding the artistic part of the movie, I appreciated it more than the logic, which as was expected from Nolan, was quite edgy and of course there was complex story-line, ample suspense, multiple surprise twists and a degree of profoundness in the screenplay. People fight about these issues all the time. On the other hand, I want to shift the conversation to the inherent merit of movie as a piece of art. No, I don’t allude to graphics, which were awesome, but I don’t prioritize them. There were three instances, apart from Hans Zimmer’s music, that made me finally perceive this movie in a positive way.

  • First, Micheal Caine’s interpretative poetry reading of Dylan Thomas, Do not go gentle into that good night. Absolutely amazing. Here’s the poem:

Do not go gentle into that good night,
Old age should burn and rave at close of day;
Rage, rage against the dying of the light.

Though wise men at their end know dark is right,
Because their words had forked no lightning they
Do not go gentle into that good night.

Good men, the last wave by, crying how bright
Their frail deeds might have danced in a green bay,
Rage, rage against the dying of the light.

Wild men who caught and sang the sun in flight,
And learn, too late, they grieved it on its way,
Do not go gentle into that good night.

Grave men, near death, who see with blinding sight
Blind eyes could blaze like meteors and be gay,
Rage, rage against the dying of the light.

And you, my father, there on the sad height,
Curse, bless, me now with your fierce tears, I pray.
Do not go gentle into that good night.
Rage, rage against the dying of the light.

  • Second, the resolution scene where McConaughey was proven to be the mysterious ghost behind the bookshelf. Okay, if you take it literally, it’s almost ridiculous, but as a metaphor, I proclaim, it’s a powerful one. Why? Because just imagine, as a mental exercise, being in the very same position. What would you say to your loved ones who have been trapped  in a situation which prevents mutual understanding and communication. How would you convey your message so they would listen to you? I completely resonate with and feel strongly sympathetic towards this particular moment currently, for I am pretending to be some kind of “ghost” now. Is the last statement a bit vague? Good, it’s meant to be in line with the vagueness of movie.
  • Third, the humorous, fun parts were refreshingly smart: The dialogues with the AI robot came totally hilarious, as well as definitely the fact that humanity saves Matt Damon for one more time! We’ve spend billions to rescue this guy for fawkes sake. (See Honest trailers for more satire). Example best quote:

Cooper: Hey TARS, what’s your honesty parameter?
TARS: 90 percent.
Cooper: 90 percent?
TARS: Absolute honesty isn’t always the most diplomatic nor the safest form of communication with emotional beings.
Cooper: Okay, 90 percent it is.

Overall, not a bad movie and can be exciting if viewed with an open mind and forgiveness over director’s ambitious liberty. Let’s see for what else Nolan has in store with Dunkirk next July.

Bonus image: Badass black hole/Gargantua.

interstellar-gargantua

Α.Δ.

Posted in Cinema, English, Review | 5 Comments

Η απολογία μου, Μέρος 5ο

0281-plato-republic-1763-spine-1

Προχώρησα μαζί με την κοπέλα, την οποία θεωρούσα πλέον παρόμοια ηλικία με εμένα, στο διπλανό γραφείο για να δώσω τα στοιχεία μου. Καθώς εκείνη έγραφε με ένταση πάνω στην κάρτα, το βλέμμα μου που πέρασε φευγαλέα από το άνοιγμα που είχαν τα κουμπιά στο λευκό πουκάμισό της. Διέκρινα την άκρη ενός ροζ σουτιέν. Σκέφτηκα τότε ότι ακόμη και οι πιο αδάμαστες αμαζόνες κρύβουν μέσα τους μια μικρή πριγκίπισσα. Όπως αποδείχθηκε, το poker face μου δεν ήταν τόσο καλοδουλεμένο και με ρώτησε ευθέως “Προς τι το περίεργο χαμόγελο;”. Μετά μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα αμηχανίας απάντησα διστακτικά “Ήταν μια περίεργη μέρα… Πήρα το λεωφορείο για να αποφύγω τη βροχή με το ποδήλατο… Παρόλα αυτά δε γλίτωσα το βρέξιμο γιατί καθώς περπατούσαμε με τον κ. Ελευθερίου…” Κοιτώντας τότε προς το μέρος του, είχε εξαφανιστεί!

Μπερδεμένος περισσότερο από το νέο αναπάντεχο γεγονός σταμάτησα να μιλάω. “Και ύστερα;” επέμεινε προσπαθώντας να δείχνει όσο το δυνατόν πιο αδιάφορη. “Και ύστερα περάσαμε από τη βιβλιοθήκη για το βιβλίο του, την Πολιτεία δηλαδή, που θα δανειστώ εντός ολίγου”. “Δεν εκπλήσσομαι ότι δεν ήταν δική σου η αρχική ιδέα” παρέθεσε φλεγματικά. Ανεξάρτητα του απροκάλυπτου σαρκασμού και την αλλαγή στον ενικό, θεωρούσα αδύνατο με προσβάλλει. Απ’ εναντίας μου άρεσε μάλλον αυτή η τεχνητή αντιπαλότητα. Δεν αντιστάθηκα στη συνέχεια να προφέρω “Δεν είναι σημαντικό αν ήταν η ιδέα ήταν δική μου, δική σου ή δική του, σημασία έχει να μπορείς να ακολουθήσεις μία καλή ιδέα”. Είναι αβέβαιο αν ήταν αποτελεσματική η απάντησή μου κρίνοντας από τον τρόπο που με κοίταξε, σίγουρα δεν πέρασε πλήρως απαρατήρητη. Καθώς μου έδινε πίσω το βιβλίο, το οποίο είχε μείνει ξεχασμένο στον προηγούμενο πάγκο, θα έλεγε κανείς ότι είχε αμβλυνθεί μερικώς η ένταση της ημέρας. “Θα τα πούμε σύντομα” χαιρέτησα. “Όχι και πολύ σύντομα, είναι κάπως μεγάλο βιβλίο για σένα”. Θα έλεγε κανείς ότι δεν ξέρω να αξιολογώ σωστά την ένταση της ημέρας.

Κρατώντας το περίφημο βιβλίο στο χέρι μου αποχώρησα χαμογελώντας από το κτίριο. Περπάτησα σκεπτόμενος όλα όσα συνέβησαν, το λεωφορείο, το γέρο κ. Ελευθερίου, το κονβόι που μας λέρωσε, την κοπέλα της βιβλιοθήκης. Οι άνθρωποι γύρω μου μπαινοβγαίναν από τα καταστήματα απορροφημένοι στη δουλειά τους. Τα αυτοκίνητα εξακολουθούσαν να κινούνται αργά λόγω του κυκλοφορικού. Ο ουρανός παρέμενε μουντός και συννεφιασμένος, εκτός από μερικά σημεία πέρα στον ορίζοντα της θάλασσας που προέβαλλαν κάποιες αχτίδες. Πώς θα ξαναέβρισκα τον ιδιόρρυθμο γέρο, αναρωτιόμουν. Μη έχοντας πηγή έμπνευση άνοιξα μηχανικά το βιβλίο. Στη σελίδα που έτυχε υπήρχε ένας κόκκινος σελιδοδείκτης, ο οποίος βρισκοταν σε προφανή αντίθεση με τον πεπαλαιωμένο χαρακτήρα της βιβλιοδεσίας. Με καλλιγραφικά γράμματα ήταν αποτυπωμένη η φράση πάνω του:

                                          Συνάντηση εκεί όπου τα φαινόμενα δεν απατούν

                                                                                      Ε

Α.Δ.

Posted in Ελληνικά, Original, Thoughts | 6 Comments

Η απολογία μου, Μέρος 4ο

library

Δεν είχαν στεγνώσει τα ρούχα μας εντελώς,  δεν έσταζαν σα να είχαμε τρέξει μαραθώνιο τουλάχιστον. Επεξεργαζόμουν τις ανατρεπτικές θέσεις που είχε μόλις διατυπώσει ο γέρος καθώς κοιτούσα το εσωτερικό της βιβλιοθήκης στην οποία μόλις είχαμε μπει. Είχα βαδίσει αμέτρητες φορές απ’ έξω αλλά δεν θυμάμαι καμία διακριτή περίπτωση να έχω περάσει μέσα. Για μένα η βιβλιοθήκη ήταν σαν ένα μυθικό πλάσμα, που ενώ όλοι μιλάνε για αυτό, εγώ δε το έχω δει ποτέ με τα μάτια μου. Ήταν λοιπόν ένας ανοιχτός χώρος, πολύ πιο προσεγμένος από ότι θα περίμενε κανείς για μια μικρή πόλη. Εκείνη τη στιγμή αισθάνθηκα, αντικρίζοντας όλες τις σειρές βιβλίων, τις στοίβες ατελείωτων χαρτιών το ένα πάνω στο άλλο, το πόσα λίγα ξέρω και το πόσα πολλά μένουν να μάθω. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο τα βιβλία που μου τράβηξαν την προσοχή.

Στην άκρη του διαδρόμου, εκεί όπου βρίσκονταν τα γραφεία του προσωπικού, υπήρχε μια κοπέλα. Για να είμαι ειλικρινής δεν θεωρούσα τον εαυτό μου ματάκια, διατυπώνοντας έτσι σαφή το διαχωρισμό μου από το κύκλο λυκανθρώπων, γυπαετών και ανθρωποφάγων που δεν άφηναν θηλυκή αμοιβάδα σε ησυχία. Ούτε βέβαια εστερνιζόμουν τη θεωρία της πρώτης ματιάς και άλλων συστατικών ενός αθεράπευτου ρομαντισμού. Εδώ όμως υπήρχε ένα παράξενο, έως ανεξήγητο, ενδιαφέρον. Αυτό που έβλεπα ήταν μια λεπτή φιγούρα με μεγάλα μαύρα γυαλιά, πιασμένα σκούρα μαλλιά, πιθανώς αρκετά μακριά, και μια έντονη αφοσίωση στο γράψιμο καρτελών. Ο πονηρός γέρος, ήμουν πεπεισμένος, ότι εσκεμμένα  επέλεξε αυτή για να ολοκληρώσει με την εξυπηρέτηση βιβλιο-δανεισμού του.

“Θα ήθελα να ανανεώσω αυτό το βιβλίο” είπε αποφασιστικά ο γέρος βγάζοντας από τη δερμάτινη τσάντα του, την Πολιτεία, το παχύ βιβλίο που είχα προσέξει προηγουμένως. “Θέλετε να κάνετε πάλι ανανέωση κ. Ελευθερίου; Φοβάμαι ότι οι κανονισμοί δε το επιτρέπουν αυτή την φορά”, του απάντησε η κοπέλα με αυστηρό αλλά όχι κακεντρεχή ή γκρινιάρικο τόνο, χωρίς δυστυχώς να έχει στρέψει την προσοχή της σε εμένα ούτε για μια στιγμή. Πριν προλάβει να συνεχίσει τη διαμάχη ο -κ. Ελευθερίου- (ιδού ένα πραγματικό στοιχείο), πετάχτηκα “Θα το δανειστώ εγώ”. Με κοίταξαν και οι δυο ταυτοχρόνως σα να τους χάλασα το πάρτυ το οποίο με προσήλωση μόλις ετοίμαζαν. “Θα το δανειστεί ο νεαρός λοιπόν” επανέλαβε με άπλετη ικανοποίηση ο κ. Ελευθερίου. ” Μάλιστα…” εξέφρασε ξεροκαταπίνοντας η κοπέλα και με ρώτησε διατηρώντας το αμυδρώς προκλητικό ύφος “Είστε όμως μέλος της βιβλιοθήκης;”. ” Είμαι από τώρα” ανέφερα αμέσως περιχαρής.

Α.Δ.

ΥΓ: Μέρος 3ο, Μέρος 2ο, Μέρος  1ο.

Posted in Ελληνικά, Original, Thoughts | 5 Comments