Michalis Katsaros, 4 and a half poems in translation


from the collection “against sadducees” as a tribute to a poet in revolt.


I will wait for you until the terrifying midnight
indifferent –
I have nothing else to declare anymore.
The malicious wardens are lurking for
my end
amongst torn shirts and
I will wait for your night indifferent
smiling with coldness for the glorious days.
Behind the paper garden of yours
behind the paper face of yours
I will surprise the crowds
the wind my own
vain noises and formal drumrolls
vain speeches.

Don’t forget.
Bring water with you.
Our future has plenty of drought.


I will leave all of you raging
or calmly rest your head by the
window –
I will leave you hanging by the stairs
and suddenly petrifying there
oblivious to your actions-
I will leave you run.
I amongst  trees and tombs
with my flag as a rag
with the wind or without it
among the crowd
I will wander alone –
a flaming prince – wizard.

Time approaches. The temples will be demolished.
There is no flame in your heart.

to all your dreams:


When I listen to them talking about the weather
when I listen to them talking about war
when I listen that today the Aegen sea is becoming poetry
flooding the parlors
when I listen that they suspect my ideas
tidying them up in a cabinet
when I listen to you talking
I always remain silent.

When I sometimes listen with my certain ears
strange sounds and distant murmurs
when I listen to trumpets and marches
endless speeches hymns and clatters
when I listen to them speaking about freedom
about gospel laws and a life in order
when I listen to them laughing
when I listen to them again talking
I always remain silent.

But once the cold silence surrounds the earth
once the inconspicuous chatters dry out
and everyone expects certainly the voice
I will open my mouth
the gardens will be filled with waterfalls
in the same dirty yards will the arsenals
the young raging will follow with lyrics without
with no surrender to the horrifying power.

Again I give you vision.


to the one who builds a little house
and says: I’m good here.
Resist to the one who returns home again
and says: Thank God.
to the persian carpet of the apartments
to the short person of the office
to the company import-export
to public education
to tax
even to me that gives you the narration.

to the one who salutes from the platforms
the parades for endless hours
to the sterile woman who distributes
paper of holy incense and myrrh
even to me that gives you the narration.

Resist again to all those who are called
to the head of Court of Appeal resist
to the music of drums and the parades
to all those superior conferences that chatter
with participants and consultants drinking coffee
to all those who write speeches for the era
next to the winter’s heater
to obsequity to wishes to that many bows
from bureaucrats and cowards for the wise
leader of theirs.

Resist to the department of foreign affairs
and passports
to the terrifying flags of states and
to the factories of warfare
to those who call lyricism nice words
to the marches
to the sweetish songs with mournings
to the audience
to the wind
to all those indifferent and wise
to the others who pretend to be your friends
even to me, to me that gives you the narration
Then we may be certain to attain


My will before it was read
–while it was read–
was a warm horse of integrity.
Before it was read
not the heirs who awaited
but the usurpers transgressed the fields.

My will for you and ye
for years it was thrown in the cabinets of time
from bureaucrats sly notaries.

They changed important phases
hours stooped over it with horror
they vanished the places with rivers
the new sound in the forests
the wind they killed it –
now I understand what I thus lost
who is the one that strangles.

And well you
you stand so silent with all those resignations
from voice
from food
from horse
from home
you stand disgustingly silent like deceased:

Disabled Freedom they promise you again.


Posted in Books, English, Ποιήματα | 2 Comments

Ζ Ανατολικόν


Το Ζ της Ανατολής

Γλίσχρο σκοινί περπάτησες θαυμάτων ακροβάτης,
θα πάω είπες θαρρετά στο πλοίο της εργάτης.
Ξεστράτησαν οι ώρες σα λάσκο αλεώριο
και σάλος αναδύθηκε σ’ αλαργινό πραιτώριο.

Μίθρας τότε ζήλεψε την άλω της Παλμύρας
κι αμμόλοφους μετέτρεψε σε κύματα πλημμύρας.
Sol Invictus τύφλωσε λατίνο ηγεμόνα,
στη Νύμφη Έρημο γοργά στρατεύει λεγεώνα.

Μην τα φοβάσαι τα σπαθιά, τα ακόντια και τα βέλη,
Αποτυγχάνουν πάραυτα σ’ ανθρώπους από μέλι.
Οι χειροπέδες κι αν χρυσές δεσμά θα παραμένουν,
σαν τις φορέσεις μια φορά μετά ποτέ δε βγαίνουν.

Πλειάδα όμως ξέφυγε σε γαλαξία άλλο,
η αγκαλιά της τύλιξε καλοκαιριού ρεγάλο.
Εφτά αστέρια τη φιλούν και Ζ σχηματίζουν,
αυτοί που έζησαν σκυφτοί πάλι ορθοί ελπίζουν.

Πάνω σε κρίκους την κρεμάς ανάποδα να στάζει,
μα η κορώνα της δεν έπεφτε σ’ Ανατολής μπουγάζι.
Κοράλλι γαλανό βαστεί με φούλι πλουμεριάς,
Αυγούστα αυτοκράτειρα στο θρόνο της καρδιάς.

Χαιρέτα πια την πόλη ιπποτικά χαιρέτα,
θα γράψω το υπόσχομαι χαρούμενα σονέτα.
Η κόρη λέφτερη θωρεί φουρτούνες αρμενίζει,
σε βράχο έχτισε θαλλό ονείρου μετερίζι.


Posted in Ελληνικά, Ποιήματα | 4 Comments

Ο σκεπτόμενος ιππότης και τα γενέθλια της Περσεφόνης


Η Περσεφόνη είχε γενέθλια και η Γη ήταν ανθισμένη. Όλα τα λουλούδια ανταγωνίζονταν με δικά τους χρώματα και τα αρώματα. Τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα και κελαηδούσαν ασταμάτητα. Είναι γεγονός, το καλοκαίρι και ειδικά η ημέρα γενεθλίων της Περσεφόνης έκανε τη φύση πιο λαμπερή και τους ανθρώπους πιο φιλικούς. Κάπως όλοι ξεχνούσαν την ταλαιπώρια του χειμώνα, το βαρύ κρύο, τα μαυρισμένα σύννεφα που έκρυβαν τον ήλιο. Αλλά και η νύχτα του καλοκαιριού, με τη δροσιά της φρόντιζε να κρατά συντροφιά στις καρδίες των ανθρώπων και των ζώων. Τι κρίμα που το καλοκαίρι δε κρατάει περισσότερο! Τι κρίμα που η Περσεφόνη πρέπει να φύγει πάλι αργότερα! Ορισμένοι λένε πως για να εκτιμήσεις το μόνιμο πρέπει να ζήσεις το προσωρινό.

Ο σκεπτόμενος ιππότης ήταν παιδί του καλοκαιριού, της θερινής νυκτός για την ακρίβεια. Ήταν κι αυτός προσκεκλημένος στο πάρτυ της Περσεφόνης, όπου θεοί κι ήρωες είχαν την τιμητική τους. Η Περσεφόνη ήταν όντως πολύ όμορφη, με ζωγραφιστά μάτια και μακριά μαλλιά. Όμως δεν παρέλειπε να μιλά γλυκά στα όνειρα, να είναι στοργική, να νοιάζεται για όλα τα πλάσματα της Γης, να φροντίζει τα πιο ανίσχυρα και να περιθάλπει τα πιο κακόμοιρα, να μην δέχεται την αδικία του χειμώνα κι ας φοβόταν ίσως την όψη του. Να είναι η πρώτη ανθρώπινη θεά. Δεν άρεσε ωστόσο ούτε σε αυτή ο χειμώνας, παρ’ όλη τη συμφωνία που είχε κάνει μαζί του. Δεν ήταν ελεύθερη αλλά δε μπορούσε να ξεφύγει γιατί, όπως όλοι οι τίμιοι άνθρωποι, δεσμευόταν από την τιμιότητα της.

Το πάρτυ μετασχηματιζόταν σε μεγάλη γιορτή. Εκεί μπορούσε κανείς να δει τους θεούς να μεθούν, τους ήρωες να τραγουδούν και τους ανθρώπους να γελούν. Λόγω της ημέρας οι πόλεμοι είχαν σταματήσει και καμία ζωή δεν έπρεπε -τουλάχιστον σήμερα- να υποφέρει. Για να ευχαριστήσουν οι παρευρισκόμενοι την γενναιοδωρία της Περσεφόνης, την κόρη της Γης, αισθάνθηκαν ότι έπρεπε κι ίδιοι να κάνουν κάποιο δώρο.  Με τις μαγικές ιδιότητες τους οι θεοί βάλθηκαν να εντυπωσιάσουν με ένα σωρό θαύματα. Ο Ερμής έδωσε λόγο στα ζώα. Ο Ποσειδώνας έκανε τα ψάρια να πετούν. Ο Ζευς έπλεξε ουράνια τόξο με το αρχικό του ονόματός της Π. Ο Ηρακλής διοργάνωσε ολυμπιακούς αγώνες. Ο Διόνυσος διοργάνωσε θεατρικούς αγώνες. Ο Οδυσσέας διοργάνωσε αγώνες καινοτομίας. Όλοι με τη σειρά τους προσέφεραν στην Περσεφόνη ένα δώρο τυλίγοντάς το με αγάπη.

Τελευταίος έμεινε ο σκεπτόμενος ιππότης. Σκεφτόταν τι δώρο θα μπορούσε να κάνει στην όμορφη και φιλεύσπλαχνη Περσεφόνη; Τι της έλειπε και πώς μπορούσε να το παρέχει; Σίγουρα μπροστά στα δώρα των θεών θα φαινόταν λιγότερο εντυπωσιακό, στα δώρα των ηρώων λιγότερο θαρραλέο, στα δώρα των ανθρώπων, λιγότερο ανθρώπινο. Παρόλα τούτα, ο σκεπτόμενος ιππότης βρήκε την ιδέα και γρήγορα την εφάρμοσε. Έδωσε στην Περσεφόνη ένα απλό, μπορντώ, αεροστεγές, κυλινδρικό κιβώτιο. Με περιέργεια η κόρη της Γης άνοιξε το δώρο και αμέσως μια ανυπόφορη, αηδιαστική, βδελυρή μυρωδιά έζωσε το χώρο. Χαλασμένα ψάρια, ληγμένα τυριά, σάπια κρέατα, πίσσα κοπρία και ότι άλλο βρομερό βάζει ο νους βρισκόταν εκεί μέσα. Ναυτία κατέκλυσε γρήγορα την Περσεφόνη και εμετός της ήρθε αναπόφευκτα.

Χωρίς καθυστέρηση διώξαν τον σκεπτόμενο ιππότη από τη γιορτή για το κακόγουστο αστείο του. Είχε καταφέρει να διαλύσει την ωραία ατμόσφαιρα για μια στιγμή. Η Περσεφόνη ευτυχώς συνήλθε έπειτα. Σιγά σιγά στο πάρτυ επανήλθε το κέφι, οι χοροί ξεκίνησαν πάλι, το άρωμα των λουλουδιών σκέπασε τη μπόχα. Το επεισόδιο ναυτίας πέρασε στα ψιλά γράμματα και σχεδόν ξεχάστηκε από τα πρακτικά. Ο σκεπτόμενος ιππότης όμως στεναχωρήθηκε που προκάλεσε δυσφορία στην Περσεφόνη και απολογήθηκε μετά για την συμπεριφορά του. Είπε ότι ήταν μια παροδική κρίση, μια κακή επιρροή, μια άχαρη πράξη. Η Περσεφόνη τον αγκάλιασε κι η αγκαλιά αυτή γέμισε το καλοκαίρι. Κρατούσε πλέον ασυνήθιστα πολύ το καλοκαίρι.

Έτσι όπως καθάριζαν εκείνον τον φοβερό εμετό διαφάνηκε ένα σπυρί από ρόδι…


Posted in Ελληνικά, Ο σκοτεινός ιππότης | 6 Comments

The Pimp


Pimp: The Story of My Life is an intimate writing by Iceberg Slim who was a notorious American procurer in the 60s. What got my attention was a stirring story brought up by the comedian Dave Chappelle in his recent stand-up special. He used this story to explain his unexpected departure from the show business, though I think the analogy can go well beyond his personal experience.

Two terms are important to define for the purpose of this narrative. First, the bottom bitch, who is the prostitute of the highest rank, the most profitable one. She also has the crucial role of enforcing discipline within the other women of the pimp, her being the most experienced.  Second, mileage of a ho, which refers to the maximum number of jobs prostitute can deliver before she loses her sanity. According to Iceberg Slim, a good pimp can gauge the mileage of ho from the first sight.

The story goes as follows. The bottom bitch was at the end of mileage but Iceberg Slim was not ready to replace her. He asked for help from his mentor who gave him the cruelest piece of advice, to beat her mercilessness, however, to take her right after. His hard-to-digest theory claimed that she would be thankful that he fixed her instead of remembering that he destroyed her. This is some cold shit as Chappelle noted.

Iceberg Slim called his bottom bitch as asked her for one last job. She would go have sex with a man, throw something in his drink and take his suitcase, then they would part ways. Easy enough for her, thus she agreed. Nevertheless, things didn’t roll as planned. She was late and when she returned -late- she was heavily shocked. The man was apparently dead.  Iceberg Slim asked her what happened and this dialog happened:

–  We killed him!
–  “We” didn’t kill anyone. “You” killed him and I am gonna help you clean up the shit.

Iceberg Slim called a doctor friend of his to verify that the man was actually dead and that was indeed the case. He then called another set of friends to discretely remove the body and that is what they did. He then turned to his bottom bitch has gravely told her that she needs to stay him and lay low until this situation fades away. The woman, barely holding it together, agreed without any hesitation.

That was the end of the trick. The man pretended to be dead. The doctor was not, of course, a real doctor. The guys who moved the body were also coordinated. The money in the suitcase was Iceberg Slim’s money he earned by exploiting all these women. It was all a great sham which successfully doubled the mileage of his bottom bitch. This is some cold shit as Chappelle noted again.

In the world of pimps and prostitution, one may unbeknownst to themselves slide to one or the other side fulfilling Hobbes’ wishes of homo homini lupus. And yet I firmly believe that being neither Iceberg Slims nor bottom bitches is somehow still possible. Camus was of the same idea.


Posted in Books, English | 8 Comments

Ο σκεπτόμενος ιππότης και το μήλο της Έριδος


Κάποτε οι θεοί αποφάσισαν να δοκιμάσουν τον σκοτεινό ιππότη, καθότι ήσαν θεοί κι αυτός ιππότης. Η πρόκληση ενείχε ένα νέο χρυσό μήλο, το οποίο η Έρις είχε αφήσει πάλι με την υποσημείωση να δοθεί στην καλύτερη θεά. Χρόνια και αιώνες είχαν περάσει από τον Τρωικό πόλεμο και οι παλιοί ήρωες συνταξιοδοτήθηκαν. Ποτέ άλλωστε δεν είναι αρκετός ένας μόνο πόλεμος, χρειάζονταν λοιπόν μια αφορμή για τον επόμενο.

Σαφώς, κάθε θεά θεωρούσε τον εαυτό της καλύτερο και κανένας δεν τολμούσε να πάρει την κρίσιμη απόφαση καλλιστείων. Αυτή τη φορά υπήρχαν μάλιστα περισσότερες θεές στο τραπέζι και όλες υπόσχονταν εξέχοντα δώρα: σοφία, ομορφιά, δύναμη, πλούτο, φήμη, λιγότερο άγχος. Ο σκοτεινός ιππότης, εν γένει αναποφάσιστος, δε μπορούσε να επιλέξει. Δεν άργησε όμως να καταλάβει ότι οι πολλές επιλογές μπορεί να μην είναι πάντα το πιο επιθυμητό. Δεν άργησε να καταλάβει την παγίδα που είχε πολύ  έντεχνα στηθεί στο απατηλό φάσμα των ανέλπιστων επιλογών του. Είχε ακούσει για κατορθώματα του προηγούμενου κριτή.

Ο σκοτεινός ιππότης αγωνιζόταν να δώσει λύση στο πρόβλημα τηρώντας τη συμφωνία: έπρεπε να δώσει το μήλο που κρατούσε, δε μπορούσε να το μοιράσει ούτε μπορούσε να το καταστρέψει. Σκεφτόταν τι ήταν εκείνο που πραγματικά ήθελε να αποκτήσει, τι του έλειπε περισσότερο. Ίσως αυτός να ήταν ο καλύτερος δείκτης. Τουλάχιστον, η διαρκώς παλλόμενη αρένα των θεών και των ανθρώπων θα έλεγε ότι έπραξε σεβόμενος τη συνείδηση του. Ωστόσο, οι θεές δεν πρόκειται ποτέ να δεχόντουσαν τίποτα λιγότερο από μήλο και η βίαιη σύρραξη φαινόταν αναπόφευκτη. Τα στοιχήματα δε για το τελικό πόρισμα έδιναν και έπαιρναν.

Τότε, καθώς περπατούσε στον κήπο του και σκεφτόταν κοιτώντας τα δέντρα γύρω, του ήρθε η ιδέα. Ζήτησε από τους θεούς μια μικρή παράταση μερικών ετών διατεινόμενος ότι μια τόσο καθοριστική επιλογή δεν ήταν συνετό να γίνει στο άψε σβήσε. Τι είναι μερικά χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα; Σίγουροι για την επικείμενη αποτυχία, του έδωσαν 4 καλοκαίρια χωρίς να παραλείψουν να ειρωνευτούν την εν γέννει αναποφασιστικότητα του ιππότη. Ο ιππότης τους ευχαρίστησε και κλείστηκε για μια ακόμη φορά στο κάστρο του. Ήξερε ότι είχε βρει την άκρη. Ήξερε ότι ο χρόνος κυλούσε τώρα με το μέρος του.

Αφού τελείωσε η διορία, ήρθε η ώρα των μεγάλων αποκαλύψεων. Μαζεύτηκαν όλες οι αυτάρεσκες θεές και επανέλαβαν τις προσφορές τους. Για να εντείνει την αγωνία του θεάματος ο ιππότης παρακάλεσε για μια τελευταία χάρη: να δώσει σε κάθε θεά ένα κουτί, το οποίο θα ή περιείχε το πολυπόθητο μήλο ή απλά θα είχε το ίδιο βάρος ώστε να είναι δίκαιο τη στιγμή του ταυτόχρονου ανοίγματος. Έτσι κάπως γεννήθηκε η μυστική ψηφοφορία.

Προς μέγιστη έκπληξη όλων των παρευρισκομένων θεών τε και ανθρώπων, εντούτοις κάθε κουτί περιείχε το ίδιο χρυσό μήλο! Πως είναι δυνατόν; Στην έξοδο του, ο ιππότης πλησίασε την Έριδα και της επέστρεψε το δικό της μήλο, λέγοντας “Πλέον έχω κι εγώ τη μηλιά με τα χρυσά μήλα”. Έπειτα έμεινε γνωστός ως σκεπτόμενος ιππότης.


Posted in Ελληνικά, Ο σκοτεινός ιππότης | 7 Comments

Το τραγούδι των πάντων


Αυτό το μικρό τραγούδι με ρίζες από τη Μικρασία συναντιέται σε τόσες παραλλαγές, σε τόσες γλώσσες, από την Ιαπωνία ως την Αμερική. Κάθε παράδοση το έχει προσαρμόσει στα μέτρα της, το έχει διασκευάσει σε πάμπολλες εκδόσεις, το έχει κάνει κτήμα της. Μέχρι ταινία, “Katibim“, ντοκιμαντέρ, “Whose is this song?” έχουν γυριστεί για χάρη του, μαζί και μελέτη εθνικής ταυτότητας Εμείς το ξέρουμε ως “Από ξένο τόπο”, “Εσκουτάρι”, “Έχασα μαντήλι” με ερμηνείες όπως της Κυρίας Κούλας, Ρόζας Εσκενάζυ, Μαρίζας Κωχ, Βιργινίας Μαγγίδου, Καίτης Γκρέη, Γλυκερίας. Το ερωτεύτηκα αμέσως όταν το άκουσα εδώ από τους φίλους ερασιτέχνες μουσικούς. Δεν αντιστάθηκα φυσικά στον πειρασμό να γράψω τη δική μου έκδοση!!!

Από ξένο τόπο

Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό
Ήρθ’ ένα κορίτσι δώδεκα χρονώ

Ούτε έξω βγαίνει, ούτε στο στενό
Αχ στο παραθύρι λίγο να τη δω

Έχει μαύρα μάτια, κάστανα μαλλιά
Και στο μάγουλό της μια μικρή ελιά

Δε μου τη δανείζεις δε μου την πουλάς
Την ελίτσα που `χεις και με τυραννάς

Δε σου τη δανείζω δεν σου την πουλώ
Μόνο τη χαρίζω όταν αγαπώ


Απ’ την Πόλη ήρθα διπλανό χωριό
Μέσα στο Σκούταρι κάποιον αγαπώ

Ήτανε λεβέντης και γραμματικός
Μύριες Τουρκοπούλες ένας για γαμπρός

Ήταν παλικάρι και γραμματικός
Μύριες Τουρκοπούλες ένας για γαμπρός

Κάποτε τον είδα βράδυ σε χορό
Μου ‘δωσε λουκούμι και φιλί κρυφό

Έχασα μαντήλι

Από την Αθήνα ως τον Περαιά
Έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

Μου ‘παν πως το βρήκε μια νοικοκυρά
Έμορφη κυρία κόρη του παπά

Μου ‘παν πως το βρήκε μια νοικοκυρά
Έμορφη κυρία Αθηναΐισσα

Δώσ’ μου το μαντήλι κράτα τα φλουριά
Είναι μιας αγάπης λεπτοβελονία

Απ’ τη Σαλονίκη

Απ’ τη Σαλονίκη κίνησα να βγω
Πέρασαν τα χρόνια έμεινα εγώ

Είδα κάτι μάτια αμυγδαλωτά
Πως να σβήσω τώρα άσβεστη φωτιά

Δούλευα λιμάνι νύχτα γερανό
Πλοίο η καρδία μου πλέει αδειανό

Αν ποτέ τη βρείτε δώστε της αυτό
Βέρα δαχτυλίδι που ‘χα φυλαχτό

Κι αν ποτέ ξεχάσεις κείνο τον σκοπό
Παίξε το τραγούδι δίχως σ’ αγαπώ

ΥΓ: Τα σκίζω και τα λαϊκά.


Posted in Ελληνικά, Music | 3 Comments

A tribute to the physicist Stephen Hawking


I remember my uncle bought for me “The Universe in a Nutshell” by Stephen Hawking when I was in high school and I still haven’t finished it! But this needs to change. Since I don’t have that edition here and quite frankly I don’t remember much out of it, we better start from the fundamentals, let’s understand first what we’re talking about. It’s one thing knowing a person is distinguished in a field and another knowing the exact reason behind it. I have this aspiration that every concept can be conveyed in simple terms without losing its substance. Of course, reducing the complexity increases the abstraction which in turn may lead to major misunderstandings. However, I also like to live dangerously and take such a risk. What could go wrong? It’s not the end of the world, or… is it?

Singularities and Black Holes

A spacetime singularity is a breakdown in the geometrical structure of space and time. It is a topic of ongoing physical and philosophical research to clarify both the nature and significance of such pathologies. Because it is the fundamental geometry that is breaking down, spacetime singularities are often viewed as an end, or “edge,” of spacetime itself. However, numerous difficulties arise when one tries to make this notion more precise.

Our current theory of spacetime, general relativity, not only allows for singularities, but tells us that they are unavoidable in some real-life circumstances. Thus we apparently need to understand the ontology of singularities if we are to grasp the nature of space and time in the actual universe. The possibility of singularities also carries potentially important implications for the issues of physical determinism and the scope of physical laws.

Black holes are regions of spacetime from which nothing, not even light, can escape. A typical black hole is the result of the gravitational force becoming so strong that one would have to travel faster than light to escape its pull. Such black holes contain a spacetime singularity at their center; thus we cannot fully understand a black hole without also understanding the nature of singularities. However, black holes raise several additional conceptual issues. As purely gravitational entities, black holes are at the heart of many attempts to formulate a theory of quantum gravity. Although they are regions of spacetime, black holes are also thermodynamical entities, with a temperature and an entropy; however, it is far from clear what statistical physics underlies these thermodynamical facts. The evolution of black holes is also apparently in conflict with standard quantum evolution, for such evolution rules out the sort of increase in entropy that seems to be required when black holes are present. This has led to a debate over what fundamental physical principles are likely to be preserved in, or violated by, a full quantum theory of gravity.

 More in a comprehensive article of the Stanford Encyclopedia of Philosophy.


Posted in Books, English | 6 Comments

The comic of happiness

           One does not discover the absurd without being tempted to write a manual of happiness. Happiness and the absurd are two sons of the same earth. They are inseparable. It would be a mistake to say that happiness necessarily springs from the absurd discovery. It happens as well that the feeling of the absurd springs from happiness. “I conclude that all is well,” says CEdipus, and that remark is sacred. It echoes in the wild and limited universe of man. It teaches that all is not, has not been, exhausted. It drives out of this world a god who had come into it with dissatisfaction and a preference for futile sufferings.

           Thus spoke Albert Camus right before concluding the myth of Sisyphus. It just so happens to know that manual. Let me introduce to you the Existential Comics. I know I have been absent for quite some time but I was to busy pushing my own stone, and winning several debates, and running a marathon. We will talk about all those and other absurd things at the right moment. I shall return soon like the harbingers of spring on the white blossoms of almond trees, like the shooting star on the tail of meteor surfing the immense night. For now, I will leave you to enjoy the humor, one of the most rebellious acts as one of my intellectual predecessors (a fancy word I use for mother) would say. There are so many hilarious ones, see Russel and Socrates on a Philosophy Infomercial, Russel and Beauvoir on Philosophy News Network, the Philosophical Tech Support trying to fix your modem, the World Cup Philosophy much like the Monty Python’s version, and the Philosophy Club, the Continentals’ fight club, beating the shit out of everyone. All strips are to Corey Mohler’s credit, here is the Existential Agent!



PS: When I was a kid I had had Arkas, a comic in Greek, (some parts available in English) with the Lifer and Life Hereafter to name my favorites as such a manual, although I feel he has lost most of his edge now and became sort of dogmatic -speaking of dogmas, Facebook has made too the Existential Comics sort of opinionated. But I can’t hold any hard feelings for my nostalgia still resides on all those happy pages.


Posted in English, The rest | 2 Comments

Στη Χώρα του Περίπου, ένα ελαφρύ χρονικό εύγλωττου κυνισμού του Τάκη Θεοδωρόπουλου


Ας κάνουμε ένα ευχάριστο διάλειμμα από τη βαριά φιλοσοφία. Το βιβλιαράκι “Η Χώρα του Περίπου” έφτασε στα χέρια μου εντελώς τυχαία πριν ένα χρόνο, όπως τυχαία άρχισα να το διαβάζω προχτές καθώς τακτοποιούσα τη βιβλιοθήκη μου και το βλέμμα μου έπεσε στην πρόταση, “συμπέρασμα: όχι μόνο δεν είμαι υπερήφανος που έχω ελληνικό διαβατήριο, αλλά θα προτιμούσα να έχω γαλλικό που δεν φρόντισα να πάρω, ή αμερικάνικο”. Είχα εγγενή περιέργεια για το πως κατέληξε ο συγγραφέας και τακτικός αρθρογράφος της Καθημερινής, Τάκης, σε αυτό το συμπέρασμα.

Το χρονικό περιστρέφεται κυρίως γύρω από τα γεγονότα της Ελλάδας της κρίσης έχοντας βέβαια ως εφαλτήριο την αδιαπραγμάτευτη άξια των απανταχού Ελλήνων ότι ο κόσμος περιστρέφεται γύρω από τους ίδιους προ αμνημονεύτων χρόνων μέχρι σήμερα. Ο αστικός Τάκης μας εξηγεί επίσης τα τρία στάδια που κατέληξε η Αθήνα να έχει απρόσιτο κέντρο – η μεταφορά πληθυσμού στα προάστια λόγω νέφους το ’80, οι Ολυμπιακοί αγώνες και οι βίαιες διαδηλώσεις του 2008. Έπειτα θίγει φλέγοντα θέματα όπως το προσφυγικό, ο ελιτισμός και η αναξιοπάθεια. Στο τελευταίο κομμάτι μάλιστα ανήκει η εριστική πρόταση που προανέφερα. Για τον πατριώτη Τάκη λοιπόν η ελληνική ταυτότητα τεκμηριώνεται μέσω ακριβώς αυτής της έριδας, “είμαι Έλληνας γιατί καβγαδίζω στα ελληνικά”. Το γλωσσικό ζήτημα εγείρεται τέλος αυθόρμητα πάνω στο οποίο ο αυτοαποκαλούμενος συντηρητικός-γιατί-όχι Τάκης παρουσιάζει μια εμπεριστατωμένη θέση από την πολιτική επικαιρότητα.

Δεν έχω παράπονο, ήταν ευχάριστη η ανάγνωση του κειμένου μολονότι δε μπορώ παρά να επιστήσω την προσοχή σε ορισμένα σημεία προς αποφυγή παρεξηγήσεων:

  • Η εμμονή με το πρόσωπο του Βαρουφάκη η οποία εστιάζεται στην εικόνα και όχι στις προτάσεις αξίζει όσο η κριτική μεσημεριανού κουτσομπολιού για τα ενδύματα μοντέλων της show-biz σε πασαρέλα κόκκινου χαλιού. Ο Τάκης ο δίκαιος παρόλα αυτά αναγνωρίζει “έχω και γω τον ναρκισσισμό μου”. Σε συγχωρούμε εσένα Τάκη γιατί τα λες ωραία και λογοτεχνικά. Τον Βαρουφάκη τον έχω γνωρίσει προσωπικά στο Austin, ΤΧ και ως αυτόπτης μάρτυρας δε διέγνωσα αυταρέσκεια, το αντίθετο ομολογώ, ιδεολογική μετριοφροσύνη.
  • Η ασυνέπεια που έγκειται στο μεταναστευτικό. Οι διάφοροι καημένοι που έρχονται στην Ελλάδα κρίνονται τώρα κατάπτυστοι, από την άλλη πλευρά όταν οι παππούδες του Τάκη μετανάστευαν μαζί με τα υπόλοιπα κύματα της ελληνικής μετανάστευσης ήταν όλα πλήρως δικαιολογημένα. Εξίσου αποδεκτό είναι και το σύγχρονο brain drain που υφίσταται η χώρα εφόσον κάποτε σύντομα θα επιστρέψει κατά το πρότυπο πάλι του ξενιτεμένου Τάκη που έφυγε στο Παρίσι για εννιά συναπτά έτη και ύστερα γύρισε ανανεωμένος. Όταν οι πράξεις συνηγορούν πρώτες υπέρ της ιδεολογίας και όχι το αντίστροφο, αυτό ονομάζεται δικαιολογία Μonsieur Takis. Χάριν πληρότητας το αντίστροφο αποτελεί την ελάχιστη ένδειξη συνέπειας χώρις σαφώς να τεκμηριώνεται αυτόματα ο σκοπός.
  • Περί ελιτισμού και πιο συγκεκριμένα στο απόφευγμα “η ήττα των ελίτ όμως είναι και ήττα της δημοκρατίας”. Την πρόταση αυτή υποστηρίζει ο στοχαστής Τάκης με το σκεπτικό, τι θα ήταν η αρχαία Αθήνα και ο χρυσός αιώνας αν δεν υπήρχαν οι εξέχουσες προσωπικότητες; Για άλλη μια φορά εισερχόμαστε στο φαύλο κύκλο, οι εξέχοντες δίνουν ζωτική πνοή στο πολίτευμα ή ο απλός κόσμος δημιουργεί τις προϋποθέσεις για υπάρξουν οι εκλεκτοί; Θεωρώ ότι όποιος δεν κατανοεί τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε στους δύο στυλώνες του πολιτεύματος, τον πολίτη και τον πολιτικό, δεν έχει κάνει τα homework του στην θεωρία της δημοκρατίας ή θα ήθελε να ανήκει σε μια πιο αναγνωρισμένη ελίτ.
  • Για τα ζητήματα της γλώσσας για τα οποία μπορώ με τιμιότητα να αναγνωρίσω ότι ο Τάκης είναι σε αδρές γραμμές σωστός. Μια μικρή ασυνέπεια ωστόσο, είναι κάπως αντιφατικό να υπεραμύνεσαι του πολυτονικού συστήματος και το ίδιο το βιβλίο σου να είναι γραμμένο στο μονοτονικό. “One must preach by example” λέει ο φίλτατος Nietzsche εκτός από το “ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο”. Κανένα επιχείρημα επομένως τεχνικών ή άλλων δυσκολιών δε γίνεται αποδεκτό στο δικαστήριο κύριε Θεοδωρόπουλε.
  • Στο περίπου. Η προσφυγή στο σχετικισμό είναι αδιέξοδη. Σίγουρα δεν μπορούμε να ορίσουμε απόλυτα την έννοια της χώρας, της κάθε χώρας. Περίπου ευρωπαϊκή, με ποιό κριτήριο άραγε αποδίδεται το επίθετο σε μια -όποια- χώρα όταν καθεαυτή η ένωση  (Ε.Ε.) υπάρχει από το ’93, έστω οικονομικά από το ’53. Η ιστορία των επιμέρους μελών προσπερνά αιώνες την ευρωπαϊκή ιδιότητα που τα ίδια έχουν πρόσφατα επινοήσει. Περίπου πλούσια, το GDP της Ελλάδας βρίσκεται στο 25% του συνόλου, άρα περίπου αρκετά πλούσια. Περίπου σύγχρονη, ασαφής εδώ ο Τάκης. Τεχνολογικά, θεσμικά, πολιτισμικά, ανθρωπολογικά ή όλα τα παραπάνω; Θα συμφωνήσω, είμαστε πίσω ξεκάθαρα, καθόλου περίπου. Κάθε εξέλιξη δεν είναι βελτίωση αρκεί να θυμάται κανείς.
  • Στον επίλογο που ακούγεται σαν απολογία για μία μάλλον άστοχη τοποθέτηση του Λούθηρου της εκκλησίας της πολιτικής ορθότητας Τάκη. Απλά αδύναμο τέλος. Είχε πολλές ευκαιρίες να κλείσει αποφεύγοντας τις προσωπικές κόντρες των οποίων η ανάδειξη ως τελικό σχόλιο υποδηλώνει πιθανώς ένοχη συνείδηση.

Ας ολοκληρώσω χρυσώνοντας το χάπι με τρία αποσπάσματα που ο Τάκης ο κυνικός μα κατά βάθος πονετικός τα είπε (περίπου) καλά:

Γιατί η μνήμη δεν είναι καθαρή. Η μνήμη είναι εμπειρία. Κι όταν καθαρίζεις τη μνήμη από τους ρύπους της ανθρώπινης ζωής, της στερείς του χυμούς της εμπειρίας. Τη μετατρέπεις σε εγκεφαλικό κατασκεύασμα, της στερείς το δικαίωμα στη μεταμόρφωση, την απονευρώνεις, την αποκλείεις από τη σύγχρονη ζωή που συνεχίζει να μετασχηματίζεται γύρω της.

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό, άρα υπαρξιακό. Η ελληνική κοινωνία έχει αποσυντεθεί διότι είναι μια κοινωνία που δεν περιμένει τίποτε από τον εαυτό της. Είναι μια κοινωνία που δεν απαιτεί τίποτε από τον εαυτό της παρά μόνον την επιβίωση της. Και τις απαιτήσεις μόνο ο πολιτικός λόγος μπορεί να τις δημιουργήσει.

Κι όμως, τον αγαπάω αυτόν τον τόπο. Κι αν λέω ό,τι λέω, κι αν κατακρίνω, κι αν ειρωνεύομαι, κι αν σαρκάζω, είναι επειδή με ενδιαφέρει αυτός ο τόπος, Από αρχαιοτάτων χρόνων που λένε, δε μπορείς ούτε να σαρκάσεις, ούτε να ειρωνευτείς κάτι που σε αφήνει αδιάφορο. Επειδή όμως για μένα η γραφή είναι υπαρξιακό μέγεθος -δεν ξέρω να κάνω και τίποτε άλλο, εκτός από το γράψιμο και το διάβασμα-, το γεγονός ότι γράφω ελληνικά με συνδέει με τον τόπο των ελληνικών, την Ελλάδα.

With all due respect,


Posted in Books, Ελληνικά | Leave a comment

The Myth of Sisyphus, a lively introduction to the absurd (Part 1)


There is but one truly serious philosophical problem, and that is suicide. Judging whether life is or is not worth living amounts to answering the fundamental question of philosophy.

There is probably no better introductory sentence than the above. The Myth of Sisyphus, a philosophical essay by Albert Camus, is published in 1942 with the English translation arriving about a decade later.  I had tried to make this reading several times in past, the first being when I was still in high school. Yet I always failed for I was too young to understand at the beginning and too frightened to find out the answer later on, even when I had read a great deal of literature by the same author. Time has come though for a man to face his fear and read each page like drinking sip after sip a bitter cup of tea which appeared to slay his very soul at the outset but it only served to remove layer after layer the thin veils of truth with him admiring her naked beauty in the end.

There principally three schools of thought regarding the crucial question and as a result three definite actions that precede it. First, nihilism is adamant there no meaning, either intrinsic or extrinsic and this amount to declaring that life is not worth living. Quite accurately, as Nietzsche puts it, “one must preach by example”, an absolute pessimist by dire consequence of his belief once he proclaim himself as such,  should  thus opt for death. Camus notes “I haven’t seen however anyone dying for an ontological argument” or more satirically I would rephrase it “I have never talked to a true nihilist for he is a dead nihilist”. The most ridiculous case is probably set by Schopenhauer who advocated in favor of suicide until his late senior age. Joking aside, this ideology can be viewed an direct reaction towards the resolute certainty which the opposing side professes.

Second, the leap of faith, that belief which manifest itself in all forms and flavors in religion, spirituality, existentialism, asserts there is at least somewhere, somehow some meaning. It clearly depends how much or what kind of meaning one has in mind; there can an almighty God or a personal sense of purpose which transcends life. This world is not devoid of hope, therefore is worth living and this amounts to a concise summary of the aforementioned system. In the word of Camus “that nostalgia for unity, that appetite for the absolute illustrates the essential impulse of the human drama”. I cannot judge people who dedicate their lives on that urge although perhaps I have done it in the past. Nonetheless, this is why it is called a leap of faith or keenly “philosophical suicide”, because it eludes the problem in a convenient way by which the very negation of thought, in spite of being sometimes within human reason, becomes essentially a renewed eternal truth. “But seeking what is true is not seeking what is desirable” dear Kierkegaard, Shestov, Heidegger, Husserl, Sartre.

Here lies what is left other than plain and philosophical suicide: the notion of the absurd. In a rather lyrical definition, “absurd is that divorce between the mind that desires and the world that disappoints, the nostalgia for unity, this fragmented universe and the contradiction that binds them together”. In all honesty there is no way to know whether the world has a meaning outside the human condition; it would be impossible to comprehend it anyway and it would inevitably require a leap. How then can one live conscientiously in a world deprived of hope, “without appeal” and yet not suicide? Suicide is avoiding once again from the whole reality by terminating it physically.

Negating one of the terms of the opposition [i.e. suicide be it plain or philosophical] amounts to escaping it. To abolish conscious revolt is to elude the problem. The theme of permanent revolution is thus carried into individual experience. One of the only coherent philosophical positions is thus revolt. It is a constant confrontation between man and his own obscurity. It is an insistence upon an impossible transparency. It is that constant presence of man in his own eyes. That revolt is the certainty of a crushing fate, without the resignation that ought to accompany it.

Consciousness and revolt, these rejections are the contrary of renunciation, and constitute the first consequence of the absurd. Thereafter follows the notion of freedom. In order to understand if a man is free we need to know whether or not he has a master. Apparently, the acceptance of a presence of God reduces the problem of freedom all over to the quest of meaning; the paradox of free will and the omnipotent God is well-known from antiquity (see Epicurus’ analysis) and all subtleties are unable to resolve it. The question might be cast as “what freedom can exist in the fullest sense without assurance of eternity?” Unexpectedly, a less restricted one.

To the extent to which one imagines a purpose to his life, he adapts himself to the demands of a purpose to be achieved and became the slave of his liberty.  To speak clearly, to the extent to which I arrange my life and prove thereby that I accept its having a meaning, I create for myself barriers between which I confine my life. I do like so many bureaucrats of the mind and heart who only fill me with disgust and whose only vice is to take man’s freedom seriously. The absurd enlightens me on this point: there is no future. Henceforth this is the reason for my freedom.

After this critical observation the notion of freedom acquires a definite time limit, “it does not write a check to eternity but it takes the place of its illusions which all stop with death”. Owing to those two principles, death and the absurd, one receives the only reasonable freedom:  without the promise of the eternal the absurd man is released from everything outside his universe. After his conscious revolt, his choice for a life with no consolation, he realizes he is free until the end of his time. This constitutes the second consequence of the absurd.

What about morality or emotions? Belief in the meaning of life always implies a set scale of values, choices and preferences. It assumes a predefined distinction of good and evil and merely calls for conformity. In the absurd reasoning no code of ethics and no effort are justifiable a priori. One could argue that we have just created the portrait of a sociopath, an amoral human being, who unchained from the necessities of social albeit indifferent norm is maybe entitled to kill. Does this remind us the Stranger? We have to wait to find out for Camus said in the preface “the Myth of Sisyphus marks the beginning of an idea which I was to pursue in The Rebel. It attempts to resolve the problem of suicide, as The Rebel attempts to resolve that of murder”, while the essay concludes:

All that remains is a fate whose outcome alone is fatal. Outside of that single fatality of death, everything, joy or happiness, is liberty. A world remains of which man is the sole master. What bound him was the illusion of another world. It frolics in myths, but myths with no other depth than that of human suffering and, like it, inexhaustible. Not the divine fable that amuses and blinds, but the terrestrial face, gesture, and drama in which are summed up a difficult wisdom and an ephemeral passion.

This is finally compared with the actual myth of Sisyphus (or of Danaides) . The gods had condemned Sisyphus to ceaselessly rolling a rock to the top of a mountain, whence the stone would fall back of its own weight. They had thought with some reason that there is no more dreadful punishment than futile and hopeless labor. One though does not discover the absurd without being tempted to write a manual of happiness. Both Dostoevsky with Kirilov and Sophocles with Oedipus in their tragic works assert that “all is well”. Likewise the absurd man personified in this last excerpt declares:

 At that subtle moment when man glances backward over his life, Sisyphus returning toward his rock, in that slight pivoting he contemplates that series of unrelated actions which becomes his fate, created by him, combined under his memory’s eye and soon sealed by his death. Thus, convinced of the wholly human origin of all that is human, he is still on the go. The rock is still rolling.
I leave Sisyphus at the foot of the mountain. One always finds one’s burden again. But Sisyphus teaches the higher fidelity that negates the gods and raises rocks. He too concludes that all is well. This universe henceforth without a master seems to him neither sterile nor futile. The struggle itself toward the heights is enough to fill a man’s heart. One must imagine Sisyphus happy.

The machine-shop worker keeps asking me if I am happy whenever we come across within the absurd walls of our routine, now I think I have an appropriate answer.


Posted in Books, English | 19 Comments