Michalis Katsaros, 4 and a half poems in translation


from the collection “against sadducees” as a tribute to a poet in revolt.


I will wait for you until the terrifying midnight
indifferent –
I have nothing else to declare anymore.
The malicious wardens are lurking for
my end
amongst torn shirts and
I will wait for your night indifferent
smiling with coldness for the glorious days.
Behind the paper garden of yours
behind the paper face of yours
I will surprise the crowds
the wind my own
vain noises and formal drumrolls
vain speeches.

Don’t forget.
Bring water with you.
Our future has plenty of drought.


I will leave all of you raging
or calmly rest your head by the
window –
I will leave you hanging by the stairs
and suddenly petrifying there
oblivious to your actions-
I will leave you run.
I amongst  trees and tombs
with my flag as a rag
with the wind or without it
among the crowd
I will wander alone –
a flaming prince – wizard.

Time approaches. The temples will be demolished.
There is no flame in your heart.

to all your dreams:


When I listen to them talking about the weather
when I listen to them talking about war
when I listen that today the Aegen sea is becoming poetry
flooding the parlors
when I listen that they suspect my ideas
tidying them up in a cabinet
when I listen to you talking
I always remain silent.

When I sometimes listen with my certain ears
strange sounds and distant murmurs
when I listen to trumpets and marches
endless speeches hymns and clatters
when I listen to them speaking about freedom
about gospel laws and a life in order
when I listen to them laughing
when I listen to them again talking
I always remain silent.

But once the cold silence surrounds the earth
once the inconspicuous chatters dry out
and everyone expects certainly the voice
I will open my mouth
the gardens will be filled with waterfalls
in the same dirty yards will the arsenals
the young raging will follow with lyrics without
with no surrender to the horrifying power.

Again I give you vision.


to the one who builds a little house
and says: I’m good here.
Resist to the one who returns home again
and says: Thank God.
to the persian carpet of the apartments
to the short person of the office
to the company import-export
to public education
to tax
even to me that gives you the narration.

to the one who salutes from the platforms
the parades for endless hours
to the sterile woman who distributes
paper of holy incense and myrrh
even to me that gives you the narration.

Resist again to all those who are called
to the head of Court of Appeal resist
to the music of drums and the parades
to all those superior conferences that chatter
with participants and consultants drinking coffee
to all those who write speeches for the era
next to the winter’s heater
to obsequity to wishes to that many bows
from bureaucrats and cowards for the wise
leader of theirs.

Resist to the department of foreign affairs
and passports
to the terrifying flags of states and
to the factories of warfare
to those who call lyricism nice words
to the marches
to the sweetish songs with mournings
to the audience
to the wind
to all those indifferent and wise
to the others who pretend to be your friends
even to me, to me that gives you the narration
Then we may be certain to attain


My will before it was read
–while it was read–
was a warm horse of integrity.
Before it was read
not the heirs who awaited
but the usurpers transgressed the fields.

My will for you and ye
for years it was thrown in the cabinets of time
from bureaucrats sly notaries.

They changed important phases
hours stooped over it with horror
they vanished the places with rivers
the new sound in the forests
the wind they killed it –
now I understand what I thus lost
who is the one that strangles.

And well you
you stand so silent with all those resignations
from voice
from food
from horse
from home
you stand disgustingly silent like deceased:

Disabled Freedom they promise you again.


Posted in Books, English, Ποιήματα | 2 Comments

Ζ Ανατολικόν


Το Ζ της Ανατολής

Γλίσχρο σκοινί περπάτησες θαυμάτων ακροβάτης,
θα πάω είπες θαρρετά στο πλοίο της εργάτης.
Ξεστράτησαν οι ώρες σα λάσκο αλεώριο
και σάλος αναδύθηκε σ’ αλαργινό πραιτώριο.

Μίθρας τότε ζήλεψε την άλω της Παλμύρας
κι αμμόλοφους μετέτρεψε σε κύματα πλημμύρας.
Sol Invictus τύφλωσε λατίνο ηγεμόνα,
στη Νύμφη Έρημο γοργά στρατεύει λεγεώνα.

Μην τα φοβάσαι τα σπαθιά, τα ακόντια και τα βέλη,
Αποτυγχάνουν πάραυτα σ’ ανθρώπους από μέλι.
Οι χειροπέδες κι αν χρυσές δεσμά θα παραμένουν,
σαν τις φορέσεις μια φορά μετά ποτέ δε βγαίνουν.

Πλειάδα όμως ξέφυγε σε γαλαξία άλλο,
η αγκαλιά της τύλιξε καλοκαιριού ρεγάλο.
Εφτά αστέρια τη φιλούν και Ζ σχηματίζουν,
αυτοί που έζησαν σκυφτοί πάλι ορθοί ελπίζουν.

Πάνω σε κρίκους την κρεμάς ανάποδα να στάζει,
μα η κορώνα της δεν έπεφτε σ’ Ανατολής μπουγάζι.
Κοράλλι γαλανό βαστεί με φούλι πλουμεριάς,
Αυγούστα αυτοκράτειρα στο θρόνο της καρδιάς.

Χαιρέτα πια την πόλη ιπποτικά χαιρέτα,
θα γράψω το υπόσχομαι χαρούμενα σονέτα.
Η κόρη λέφτερη θωρεί φουρτούνες αρμενίζει,
σε βράχο έχτισε θαλλό ονείρου μετερίζι.


Posted in Ελληνικά, Ποιήματα | 4 Comments

Ο σκεπτόμενος ιππότης και τα γενέθλια της Περσεφόνης


Η Περσεφόνη είχε γενέθλια και η Γη ήταν ανθισμένη. Όλα τα λουλούδια ανταγωνίζονταν με δικά τους χρώματα και τα αρώματα. Τα πουλιά πετούσαν χαρούμενα και κελαηδούσαν ασταμάτητα. Είναι γεγονός, το καλοκαίρι και ειδικά η ημέρα γενεθλίων της Περσεφόνης έκανε τη φύση πιο λαμπερή και τους ανθρώπους πιο φιλικούς. Κάπως όλοι ξεχνούσαν την ταλαιπώρια του χειμώνα, το βαρύ κρύο, τα μαυρισμένα σύννεφα που έκρυβαν τον ήλιο. Αλλά και η νύχτα του καλοκαιριού, με τη δροσιά της φρόντιζε να κρατά συντροφιά στις καρδίες των ανθρώπων και των ζώων. Τι κρίμα που το καλοκαίρι δε κρατάει περισσότερο! Τι κρίμα που η Περσεφόνη πρέπει να φύγει πάλι αργότερα! Ορισμένοι λένε πως για να εκτιμήσεις το μόνιμο πρέπει να ζήσεις το προσωρινό.

Ο σκεπτόμενος ιππότης ήταν παιδί του καλοκαιριού, της θερινής νυκτός για την ακρίβεια. Ήταν κι αυτός προσκεκλημένος στο πάρτυ της Περσεφόνης, όπου θεοί κι ήρωες είχαν την τιμητική τους. Η Περσεφόνη ήταν όντως πολύ όμορφη, με ζωγραφιστά μάτια και μακριά μαλλιά. Όμως δεν παρέλειπε να μιλά γλυκά στα όνειρα, να είναι στοργική, να νοιάζεται για όλα τα πλάσματα της Γης, να φροντίζει τα πιο ανίσχυρα και να περιθάλπει τα πιο κακόμοιρα, να μην δέχεται την αδικία του χειμώνα κι ας φοβόταν ίσως την όψη του. Να είναι η πρώτη ανθρώπινη θεά. Δεν άρεσε ωστόσο ούτε σε αυτή ο χειμώνας, παρ’ όλη τη συμφωνία που είχε κάνει μαζί του. Δεν ήταν ελεύθερη αλλά δε μπορούσε να ξεφύγει γιατί, όπως όλοι οι τίμιοι άνθρωποι, δεσμευόταν από την τιμιότητα της.

Το πάρτυ μετασχηματιζόταν σε μεγάλη γιορτή. Εκεί μπορούσε κανείς να δει τους θεούς να μεθούν, τους ήρωες να τραγουδούν και τους ανθρώπους να γελούν. Λόγω της ημέρας οι πόλεμοι είχαν σταματήσει και καμία ζωή δεν έπρεπε -τουλάχιστον σήμερα- να υποφέρει. Για να ευχαριστήσουν οι παρευρισκόμενοι την γενναιοδωρία της Περσεφόνης, την κόρη της Γης, αισθάνθηκαν ότι έπρεπε κι ίδιοι να κάνουν κάποιο δώρο.  Με τις μαγικές ιδιότητες τους οι θεοί βάλθηκαν να εντυπωσιάσουν με ένα σωρό θαύματα. Ο Ερμής έδωσε λόγο στα ζώα. Ο Ποσειδώνας έκανε τα ψάρια να πετούν. Ο Ζευς έπλεξε ουράνια τόξο με το αρχικό του ονόματός της Π. Ο Ηρακλής διοργάνωσε ολυμπιακούς αγώνες. Ο Διόνυσος διοργάνωσε θεατρικούς αγώνες. Ο Οδυσσέας διοργάνωσε αγώνες καινοτομίας. Όλοι με τη σειρά τους προσέφεραν στην Περσεφόνη ένα δώρο τυλίγοντάς το με αγάπη.

Τελευταίος έμεινε ο σκεπτόμενος ιππότης. Σκεφτόταν τι δώρο θα μπορούσε να κάνει στην όμορφη και φιλεύσπλαχνη Περσεφόνη; Τι της έλειπε και πώς μπορούσε να το παρέχει; Σίγουρα μπροστά στα δώρα των θεών θα φαινόταν λιγότερο εντυπωσιακό, στα δώρα των ηρώων λιγότερο θαρραλέο, στα δώρα των ανθρώπων, λιγότερο ανθρώπινο. Παρόλα τούτα, ο σκεπτόμενος ιππότης βρήκε την ιδέα και γρήγορα την εφάρμοσε. Έδωσε στην Περσεφόνη ένα απλό, μπορντώ, αεροστεγές, κυλινδρικό κιβώτιο. Με περιέργεια η κόρη της Γης άνοιξε το δώρο και αμέσως μια ανυπόφορη, αηδιαστική, βδελυρή μυρωδιά έζωσε το χώρο. Χαλασμένα ψάρια, ληγμένα τυριά, σάπια κρέατα, πίσσα κοπρία και ότι άλλο βρομερό βάζει ο νους βρισκόταν εκεί μέσα. Ναυτία κατέκλυσε γρήγορα την Περσεφόνη και εμετός της ήρθε αναπόφευκτα.

Χωρίς καθυστέρηση διώξαν τον σκεπτόμενο ιππότη από τη γιορτή για το κακόγουστο αστείο του. Είχε καταφέρει να διαλύσει την ωραία ατμόσφαιρα για μια στιγμή. Η Περσεφόνη ευτυχώς συνήλθε έπειτα. Σιγά σιγά στο πάρτυ επανήλθε το κέφι, οι χοροί ξεκίνησαν πάλι, το άρωμα των λουλουδιών σκέπασε τη μπόχα. Το επεισόδιο ναυτίας πέρασε στα ψιλά γράμματα και σχεδόν ξεχάστηκε από τα πρακτικά. Ο σκεπτόμενος ιππότης όμως στεναχωρήθηκε που προκάλεσε δυσφορία στην Περσεφόνη και απολογήθηκε μετά για την συμπεριφορά του. Είπε ότι ήταν μια παροδική κρίση, μια κακή επιρροή, μια άχαρη πράξη. Η Περσεφόνη τον αγκάλιασε κι η αγκαλιά αυτή γέμισε το καλοκαίρι. Κρατούσε πλέον ασυνήθιστα πολύ το καλοκαίρι.

Έτσι όπως καθάριζαν εκείνον τον φοβερό εμετό διαφάνηκε ένα σπυρί από ρόδι…


Posted in Ελληνικά, Ο σκοτεινός ιππότης | 6 Comments

The Pimp


Pimp: The Story of My Life is an intimate writing by Iceberg Slim who was a notorious American procurer in the 60s. What got my attention was a stirring story brought up by the comedian Dave Chappelle in his recent stand-up special. He used this story to explain his unexpected departure from the show business, though I think the analogy can go well beyond his personal experience.

Two terms are important to define for the purpose of this narrative. First, the bottom bitch, who is the prostitute of the highest rank, the most profitable one. She also has the crucial role of enforcing discipline within the other women of the pimp, her being the most experienced.  Second, mileage of a ho, which refers to the maximum number of jobs prostitute can deliver before she loses her sanity. According to Iceberg Slim, a good pimp can gauge the mileage of ho from the first sight.

The story goes as follows. The bottom bitch was at the end of mileage but Iceberg Slim was not ready to replace her. He asked for help from his mentor who gave him the cruelest piece of advice, to beat her mercilessness, however, to take her right after. His hard-to-digest theory claimed that she would be thankful that he fixed her instead of remembering that he destroyed her. This is some cold shit as Chappelle noted.

Iceberg Slim called his bottom bitch as asked her for one last job. She would go have sex with a man, throw something in his drink and take his suitcase, then they would part ways. Easy enough for her, thus she agreed. Nevertheless, things didn’t roll as planned. She was late and when she returned -late- she was heavily shocked. The man was apparently dead.  Iceberg Slim asked her what happened and this dialog happened:

–  We killed him!
–  “We” didn’t kill anyone. “You” killed him and I am gonna help you clean up the shit.

Iceberg Slim called a doctor friend of his to verify that the man was actually dead and that was indeed the case. He then called another set of friends to discretely remove the body and that is what they did. He then turned to his bottom bitch has gravely told her that she needs to stay him and lay low until this situation fades away. The woman, barely holding it together, agreed without any hesitation.

That was the end of the trick. The man pretended to be dead. The doctor was not, of course, a real doctor. The guys who moved the body were also coordinated. The money in the suitcase was Iceberg Slim’s money he earned by exploiting all these women. It was all a great sham which successfully doubled the mileage of his bottom bitch. This is some cold shit as Chappelle noted again.

In the world of pimps and prostitution, one may unbeknownst to themselves slide to one or the other side fulfilling Hobbes’ wishes of homo homini lupus. And yet I firmly believe that being neither Iceberg Slims nor bottom bitches is somehow still possible. Camus was of the same idea.


Posted in Books, English | 8 Comments

Ο σκεπτόμενος ιππότης και το μήλο της Έριδος


Κάποτε οι θεοί αποφάσισαν να δοκιμάσουν τον σκοτεινό ιππότη, καθότι ήσαν θεοί κι αυτός ιππότης. Η πρόκληση ενείχε ένα νέο χρυσό μήλο, το οποίο η Έρις είχε αφήσει πάλι με την υποσημείωση να δοθεί στην καλύτερη θεά. Χρόνια και αιώνες είχαν περάσει από τον Τρωικό πόλεμο και οι παλιοί ήρωες συνταξιοδοτήθηκαν. Ποτέ άλλωστε δεν είναι αρκετός ένας μόνο πόλεμος, χρειάζονταν λοιπόν μια αφορμή για τον επόμενο.

Σαφώς, κάθε θεά θεωρούσε τον εαυτό της καλύτερο και κανένας δεν τολμούσε να πάρει την κρίσιμη απόφαση καλλιστείων. Αυτή τη φορά υπήρχαν μάλιστα περισσότερες θεές στο τραπέζι και όλες υπόσχονταν εξέχοντα δώρα: σοφία, ομορφιά, δύναμη, πλούτο, φήμη, λιγότερο άγχος. Ο σκοτεινός ιππότης, εν γένει αναποφάσιστος, δε μπορούσε να επιλέξει. Δεν άργησε όμως να καταλάβει ότι οι πολλές επιλογές μπορεί να μην είναι πάντα το πιο επιθυμητό. Δεν άργησε να καταλάβει την παγίδα που είχε πολύ  έντεχνα στηθεί στο απατηλό φάσμα των ανέλπιστων επιλογών του. Είχε ακούσει για κατορθώματα του προηγούμενου κριτή.

Ο σκοτεινός ιππότης αγωνιζόταν να δώσει λύση στο πρόβλημα τηρώντας τη συμφωνία: έπρεπε να δώσει το μήλο που κρατούσε, δε μπορούσε να το μοιράσει ούτε μπορούσε να το καταστρέψει. Σκεφτόταν τι ήταν εκείνο που πραγματικά ήθελε να αποκτήσει, τι του έλειπε περισσότερο. Ίσως αυτός να ήταν ο καλύτερος δείκτης. Τουλάχιστον, η διαρκώς παλλόμενη αρένα των θεών και των ανθρώπων θα έλεγε ότι έπραξε σεβόμενος τη συνείδηση του. Ωστόσο, οι θεές δεν πρόκειται ποτέ να δεχόντουσαν τίποτα λιγότερο από μήλο και η βίαιη σύρραξη φαινόταν αναπόφευκτη. Τα στοιχήματα δε για το τελικό πόρισμα έδιναν και έπαιρναν.

Τότε, καθώς περπατούσε στον κήπο του και σκεφτόταν κοιτώντας τα δέντρα γύρω, του ήρθε η ιδέα. Ζήτησε από τους θεούς μια μικρή παράταση μερικών ετών διατεινόμενος ότι μια τόσο καθοριστική επιλογή δεν ήταν συνετό να γίνει στο άψε σβήσε. Τι είναι μερικά χρόνια μπροστά στην αιωνιότητα; Σίγουροι για την επικείμενη αποτυχία, του έδωσαν 4 καλοκαίρια χωρίς να παραλείψουν να ειρωνευτούν την εν γέννει αναποφασιστικότητα του ιππότη. Ο ιππότης τους ευχαρίστησε και κλείστηκε για μια ακόμη φορά στο κάστρο του. Ήξερε ότι είχε βρει την άκρη. Ήξερε ότι ο χρόνος κυλούσε τώρα με το μέρος του.

Αφού τελείωσε η διορία, ήρθε η ώρα των μεγάλων αποκαλύψεων. Μαζεύτηκαν όλες οι αυτάρεσκες θεές και επανέλαβαν τις προσφορές τους. Για να εντείνει την αγωνία του θεάματος ο ιππότης παρακάλεσε για μια τελευταία χάρη: να δώσει σε κάθε θεά ένα κουτί, το οποίο θα ή περιείχε το πολυπόθητο μήλο ή απλά θα είχε το ίδιο βάρος ώστε να είναι δίκαιο τη στιγμή του ταυτόχρονου ανοίγματος. Έτσι κάπως γεννήθηκε η μυστική ψηφοφορία.

Προς μέγιστη έκπληξη όλων των παρευρισκομένων θεών τε και ανθρώπων, εντούτοις κάθε κουτί περιείχε το ίδιο χρυσό μήλο! Πως είναι δυνατόν; Στην έξοδο του, ο ιππότης πλησίασε την Έριδα και της επέστρεψε το δικό της μήλο, λέγοντας “Πλέον έχω κι εγώ τη μηλιά με τα χρυσά μήλα”. Έπειτα έμεινε γνωστός ως σκεπτόμενος ιππότης.


Posted in Ελληνικά, Ο σκοτεινός ιππότης | 7 Comments

Το τραγούδι των πάντων


Αυτό το μικρό τραγούδι με ρίζες από τη Μικρασία συναντιέται σε τόσες παραλλαγές, σε τόσες γλώσσες, από την Ιαπωνία ως την Αμερική. Κάθε παράδοση το έχει προσαρμόσει στα μέτρα της, το έχει διασκευάσει σε πάμπολλες εκδόσεις, το έχει κάνει κτήμα της. Μέχρι ταινία, “Katibim“, ντοκιμαντέρ, “Whose is this song?” έχουν γυριστεί για χάρη του, μαζί και μελέτη εθνικής ταυτότητας Εμείς το ξέρουμε ως “Από ξένο τόπο”, “Εσκουτάρι”, “Έχασα μαντήλι” με ερμηνείες όπως της Κυρίας Κούλας, Ρόζας Εσκενάζυ, Μαρίζας Κωχ, Βιργινίας Μαγγίδου, Καίτης Γκρέη, Γλυκερίας. Το ερωτεύτηκα αμέσως όταν το άκουσα εδώ από τους φίλους ερασιτέχνες μουσικούς. Δεν αντιστάθηκα φυσικά στον πειρασμό να γράψω τη δική μου έκδοση!!!

Από ξένο τόπο

Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό
Ήρθ’ ένα κορίτσι δώδεκα χρονώ

Ούτε έξω βγαίνει, ούτε στο στενό
Αχ στο παραθύρι λίγο να τη δω

Έχει μαύρα μάτια, κάστανα μαλλιά
Και στο μάγουλό της μια μικρή ελιά

Δε μου τη δανείζεις δε μου την πουλάς
Την ελίτσα που `χεις και με τυραννάς

Δε σου τη δανείζω δεν σου την πουλώ
Μόνο τη χαρίζω όταν αγαπώ


Απ’ την Πόλη ήρθα διπλανό χωριό
Μέσα στο Σκούταρι κάποιον αγαπώ

Ήτανε λεβέντης και γραμματικός
Μύριες Τουρκοπούλες ένας για γαμπρός

Ήταν παλικάρι και γραμματικός
Μύριες Τουρκοπούλες ένας για γαμπρός

Κάποτε τον είδα βράδυ σε χορό
Μου ‘δωσε λουκούμι και φιλί κρυφό

Έχασα μαντήλι

Από την Αθήνα ως τον Περαιά
Έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά

Μου ‘παν πως το βρήκε μια νοικοκυρά
Έμορφη κυρία κόρη του παπά

Μου ‘παν πως το βρήκε μια νοικοκυρά
Έμορφη κυρία Αθηναΐισσα

Δώσ’ μου το μαντήλι κράτα τα φλουριά
Είναι μιας αγάπης λεπτοβελονία

Απ’ τη Σαλονίκη

Απ’ τη Σαλονίκη κίνησα να βγω
Πέρασαν τα χρόνια έμεινα εγώ

Είδα κάτι μάτια αμυγδαλωτά
Πως να σβήσω τώρα άσβεστη φωτιά

Δούλευα λιμάνι νύχτα γερανό
Πλοίο η καρδία μου πλέει αδειανό

Αν ποτέ τη βρείτε δώστε της αυτό
Βέρα δαχτυλίδι που ‘χα φυλαχτό

Κι αν ποτέ ξεχάσεις κείνο τον σκοπό
Παίξε το τραγούδι δίχως σ’ αγαπώ

ΥΓ: Τα σκίζω και τα λαϊκά.


Posted in Ελληνικά, Music | 3 Comments

A tribute to the physicist Stephen Hawking


I remember my uncle bought for me “The Universe in a Nutshell” by Stephen Hawking when I was in high school and I still haven’t finished it! But this needs to change. Since I don’t have that edition here and quite frankly I don’t remember much out of it, we better start from the fundamentals, let’s understand first what we’re talking about. It’s one thing knowing a person is distinguished in a field and another knowing the exact reason behind it. I have this aspiration that every concept can be conveyed in simple terms without losing its substance. Of course, reducing the complexity increases the abstraction which in turn may lead to major misunderstandings. However, I also like to live dangerously and take such a risk. What could go wrong? It’s not the end of the world, or… is it?

Singularities and Black Holes

A spacetime singularity is a breakdown in the geometrical structure of space and time. It is a topic of ongoing physical and philosophical research to clarify both the nature and significance of such pathologies. Because it is the fundamental geometry that is breaking down, spacetime singularities are often viewed as an end, or “edge,” of spacetime itself. However, numerous difficulties arise when one tries to make this notion more precise.

Our current theory of spacetime, general relativity, not only allows for singularities, but tells us that they are unavoidable in some real-life circumstances. Thus we apparently need to understand the ontology of singularities if we are to grasp the nature of space and time in the actual universe. The possibility of singularities also carries potentially important implications for the issues of physical determinism and the scope of physical laws.

Black holes are regions of spacetime from which nothing, not even light, can escape. A typical black hole is the result of the gravitational force becoming so strong that one would have to travel faster than light to escape its pull. Such black holes contain a spacetime singularity at their center; thus we cannot fully understand a black hole without also understanding the nature of singularities. However, black holes raise several additional conceptual issues. As purely gravitational entities, black holes are at the heart of many attempts to formulate a theory of quantum gravity. Although they are regions of spacetime, black holes are also thermodynamical entities, with a temperature and an entropy; however, it is far from clear what statistical physics underlies these thermodynamical facts. The evolution of black holes is also apparently in conflict with standard quantum evolution, for such evolution rules out the sort of increase in entropy that seems to be required when black holes are present. This has led to a debate over what fundamental physical principles are likely to be preserved in, or violated by, a full quantum theory of gravity.

 More in a comprehensive article of the Stanford Encyclopedia of Philosophy.


Posted in Books, English | 6 Comments